Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 5o

Το φάντασμα του Κέργκεν - Μέρος πέμπτο

Μέσα από τα γέλια των δολοφόνων ακούστηκε ένα σφύριγμα και πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει, απανωτές ριπές από το μαύρο σκοτάδι έριχναν κορμιά κάτω. Πανικόβλητοι δεν βρήκαν χρόνο να αντιδράσουν, ένας ένας έπεφταν κάτω νεκροί.

Δες εδώ όλα τα κομμάτια της ιστορίας!!!


Φτηνός στόχος, δεν είχαν ιδέα μήτε από τίμια μάχη, μηδέ από ανταρτοπόλεμο Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είχαν καν τη βασική στρατιωτική εκπαίδευση. Όλο το σώμα της Άρντεν ήταν απλοί ρουφιάνοι που χτυπούσαν απροστάτευτους με μοναδικό σχέδιο δράσης την αριθμητική υπεροχή.

Γοργός θάνατος. Αν και δεν τους άξιζε.

Οι δύο τους περίμεναν στωικά ανάμεσα σε κορμιά που σπαρταρούσαν σε μικρές λίμνες αίματος οι οποίες λάσπιαζαν σύντομα το χώμα. Ένα αεράκι έστελνε σπίθες από τις φλόγες όπου κατακόκκινες λαμπερές λόγχες έμειναν αχρησιμοποίητες τελικά.

Ακούστηκε ένα ελαφρύ πάτημα πίσω τους και μαχαίρι που ξεθηκαρώνεται. Ο Αλεξέϊ χαμογέλασε παρατηρώντας τα βέλη μια στιγμή και τα δεσμά τους λύθηκαν.

Η Μία έκοψε τα σχοινιά που κρατούσαν τους καρπούς σφιχτά δεμένους στη βάση της πλάτης και πέρασε μπροστά.

Έσκυψε στον πρώτο από τους φρουρούς και τράβηξε το βέλος από το λαιμό του. Όση ώρα εξέταζε την αιχμή κρίνοντας πως μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί ο Μπρίεν σηκώνονταν ζαλισμένος.

«Ποιος είσαι;» ρώτησε τη μαυροντυμένη φιγούρα που συνέχισε να μαζεύει βέλη από άψυχα κορμιά.

Ο Αλεξέϊ χαμογελώντας ακόμα πήγε παραδίπλα και σήκωσε από κάτω το σπαθί του.

«Απάντησε μου ανάθεμα σε!» φώναξε ο Στρατηγός μα δεν τολμούσε να πλησιάσει. Είχε ακούσει τόσες ιστορίες για τον Θεριστή. Τον απρόσωπο δαίμονα που κατέβαζε τις ψυχές στα Τάρταρα ξελογιάζοντας τες παίρνοντας όποια μορφή ήθελε.

«Τα νεύρα είναι πάντα ο χειρότερος σύμβουλος καλέ μου Μπρίεν» αποκρίθηκε εκείνη ήσυχα και στράφηκε στον αποσβολωμένο μεσήλικα «Έτσι δεν έλεγε πάντα ο Πατέρας στις κουβέντες σας;» ρώτησε και τράβηξε την κουκούλα καθώς βρέθηκαν αντίκρυ.

Ο Μπρίεν για μια στιγμή νόμισε πως είχε τρελαθεί. Το Φάντασμα του Κέργκεν ντυμένο γυναίκα σηκώθηκε από το βασίλειο των Νεκρών. Ήρθε απόψε εδώ να χλευάσει τον ατιμωτικό μαρτυρικό του θάνατο και να τον τραβήξει μαζί του στην Άβυσσο.

Η Μία πέρασε το τελευταίο βέλος στη φαρέτρα της και έγειρε λίγο το κεφάλι περιμένοντας.

«Μία!» ρώτησε με γουρλωμένα μάτια «Μία Μορντού!» φώναξε και την έσφιξε στην
αγκαλιά του για μια στιγμή.

Έπειτα έκανε μισό βήμα πίσω κρατώντας την από τα μπράτσα και την ξανακοίταξε

«Δόξα να χουν οι θεοί!» είπε τραντάζοντας την δυνατά για να σιγουρευτεί πως είναι αληθινή κι εκείνη ξέσπασε σε απαλά γέλια.

Ο Κανένας ένιωσε την ανάσα του να επιταχύνει καθώς την έβλεπε ξανά κοντά του. Το μικρό αγριοκάτσικο είχε έρθει να τον βρει. Το αθώο αγοροκόριτσο του οποίου την παρθενιά έκλεψε μεθυσμένος ένα βράδυ γύρισε για κείνον.

Τον γλίτωσε δεύτερη φορά. Η αηδία για τον εαυτό του τα βάζε τώρα με τη δόξα του. Ε, εντάξει. Τυχερή ήταν που βρέθηκε εκείνος κι όχι κάποιος άλλος!

Και πάνω που καθησύχαζε τον εαυτό του με την ευφορία της παρουσίας της, εκείνη κάτι θα έλεγε, κάτι θα έκανε που θα τον βύθιζε ξανά στην εσωτερική του πάλη:

Δεν πρέπει να την ξαναγγίξεις, δεν την θέλεις για μια νύχτα, την θέλεις για να διορθώσει το βασίλειο. Για να ψοφήσει η Σκύλα που σε κορόιδεψε………..

«Δόξα;» ρωτούσε πονηρά τώρα εκείνη κόβοντας τα χάχανα «εσύ δεν ήσουν πριν λίγο που καταριόσουν τους Μορντού;»

Ο Μπρίεν την άφησε και χαμήλωσε το κεφάλι σαν παιδί που το πιασαν να κάνει αταξίες.

«Ε…» έκανε ξερά σκαλίζοντας αμήχανος τα σκληρά γένια του «όχι όλους τους Μορντού» απάντησε μορφάζοντας και η Μία ξεράθηκε ξανά στα γέλια γκρεμίζοντας τον Αλεξέϊ και πάλι από τη λαγνεία στην οδύνη.

Η μοίρα στέρησε τη γυναίκα και τα παιδιά του Μπρίεν  πολύ πριν ο Κέργκεν αποκτήσει κόρες. Οι Τροξ έσβησαν το ταπεινό χωριό του από τον χάρτη. Δεν υπήρχε άνθρωπος σε όλο το βασίλειο που να τους μισεί όπως εκείνος. Μετά το χαμό, ξεκίνησε μια ξέφρενη αιματηρή πορεία πολεμώντας τη βάρβαρη φυλή με τέτοια ανδρεία που σύντομα ο Μαύρος Δράκος τον ξεχώρισε.

Κάποτε, αν και δεν ανήκε όπως ο Αλεξέϊ σε κάποια μεγάλη οικογένεια, πέρασε στην Ακαδημία και έγινε ο πρώτος και διαλεχτός ανάμεσα στους Μαύρους Καβαλάρηδες. Οικογένειά του έγιναν οι Μορντού και σπίτι του ο πόλεμος. Ορμούσε πάντα πρώτος, μπροστάρης, θερμοκέφαλος, απτόητος, αποτελεσματικός. Ένας γνήσιος Πολέμαρχος.

Σαν να μην πέρασε μια μέρα, η Μια καθισμένη δίπλα του άκουγε τη μακρά διήγηση του. Πρώτη φορά που αντάλλαξαν κουβέντα οι δυό του ήταν στη μάχη του Ρέκιαμ. Ο Μπρίεν σκορπούσε θάνατο με το βαρύ τσεκούρι όταν ένα δόρυ τον βρήκε πισώπλατα. Δυο τρείς Τρόξιαν βρήκαν την ευκαιρία, το τσεκούρι έφυγε από το χέρι και ο Μέγας στρατηγός έπεσε.

Και τότε ένα σκουροντυμένο πλάσμα με ύφασμα στο κεφάλι τους ρίχτηκε από το πουθενά. Ο Κοκκινογένης έξαλλος παράτησε τη μάχη και παρά τα τραύματα του άρχισε να κυνηγάει τον ξένο που τόλμησε να του στερήσει έναν δοξασμένο θάνατο.

Δεν χρωστούσε σε κανέναν τη ζωή του, δεν θα γινόταν καύχημα για τούτο τον άμυαλο νεαρό που δεν φόραγε καν πανοπλία! Δεν έφερε καν ξίφος που να δηλώνει την καταγωγή του παρά ανέμιζε κάτι σαχλά βουτυρομάχαιρα. Ιεροσυλία!

Όταν τον τσάκωσε και τράβηξε την κουκούλα κατάπιε όλες τις βρισιές με τόση φόρα που κόντεψε να πνιγεί:

«Μία! Μία Μορντού!»

Την άρπαξε από τα μαλλιά και την έσυρε ξανά μέσα στη μάχη. Άνοιγε δρόμο πετσοκόβοντας με το ένα χέρι που βρήκε το πρώτο διαθέσιμο σπαθί και από το άλλο τραβολογούσε το αγριοκάτσικο.

«Θα σε πάω στον πατέρα σου, να σε περιλάβει αυτός. Κρίμα να μη μπορώ να το κάνω εγώ! Τι στον αγύριστο σκεφτόσουν! Οι γυναίκες δεν επιτρέπεται να μπαίνουν στη μάχη! Πως τόλμησες!»

Ο Κανένας έφτασε κοντά τους. Γλίτωσε την Μία από την ντροπή και από τότε καθιερώθηκε ένα κοινό μυστικό:

Ο Μπρίεν φοβόταν να ομολογήσει πως τον έσωσε μια γυναίκα

Η Μία φοβόταν να ομολογήσει πως έμπαινε κρυφά σε όποια μάχη μπορούσε

Ο Αλεξέϊ φοβόταν να παραδώσει το αγριοκάτσικο στον βασιλιά γιατί είχε είχε αρχίσει να συμπαθεί αυτό το απείθαρχο πλάσμα. Του θύμιζε τα νιάτα του, ήταν κατά κάποιο τρόπο διασκεδαστικό να βλέπει όλα αυτά τα καμώματα.

Ο Μπρίεν του σήμερα δεν έδειχνε να αναλογίζεται κάτι από κείνα τα χρόνια. Υπήρχαν πιο σοβαρά πράγματα από τις ανοησίες που τον ρώταγε κάποτε το αγριοκάτσικο.

Πως γλίτωσε από τη Σκύλα, πως κατέληξε το βασίλειο κατά την απουσία της, πως οι Τρόξιαν είχαν φτάσει ανενόχλητοι μέχρι την ενδοχώρα. Σφάζοντας, καίγοντας, τρομοκρατώντας.

Η Μία άκουγε σοβαρή και έδινε νέες ερωτήσεις:

Πόσοι απέμειναν από το Τάγμα:

Άγνωστο. Κρυμμένοι στα λαγούμια τους δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουν από φόβο και ντροπή.

Πόσοι άντρες ικανοί για μάχη υπήρχαν;

Αρκετοί μα κανείς τους δεν θα πολεμήσει.

Γιατί;

Γιατί φτάσαμε στο σημείο ο λαός να ελπίζει σε μια νίκη των Τρόξιαν.

Λογικό, ακόμα και αυτοί αποδείχτηκαν πιο ευσπλαχνικοί από την αδερφή μου.

Νομίζεις! Όσα χωριά παραδόθηκαν για να γλιτώσουν είδαν πόσο στοργικοί μπορούν να γίνουν οι εισβολείς: Δεν έμεινε ούτε ρουθούνι. Τι στιγμή που προδίδουν το ίδιο τους το βασίλειο είναι απλώς άπιστα σκυλιά. Φωτιά και τσεκούρι αφάνιζαν όσες γενιές δεν ξεπάστρεψε η Άρντεν.

Οι ελάχιστοι που γλίτωναν από τη εισβολή έχαναν τα λογικά τους. Κάποιοι κλειστήκαν σε ναούς και άσυλα, άλλοι προτίμησαν να γκρεμοτσακιστούν στις απότομες ρεματιές του Φρέϊν. Όσοι πρόσφυγες έφτασαν σε μεγάλες πόλεις, θανατώθηκαν με εντολή της Σκύλας ως προδότες. Εγκατέλειψαν τα σύνορα, δεν έμειναν να πολεμήσουν για τη δόξα των Μορντού, κομματιάστε τους!

Χάος, όλεθρος, αίμα.

Σιωπή έπεσε στη μικρή συντροφιά. Καθένας βυθίστηκε στις σκέψεις του. Πρώτη μίλησε εκείνη.

«Που βρίσκονται τώρα οι Τρόξιαν;»

Ο Μπρίεν ανακάθισε λίγο πριν απαντήσει.

«Πριν δυο μέρες άκουσα πως πολιορκούν την πόλη της Γαλάζιας Πέτρας»

«Καλό αυτό»

Οι δύο άντρες την κοίταξαν με απορία και εκείνη συνέχισε.

«Τα τείχη της είναι απρόσβλητα. Η Πόλη δεν έπεσε ποτέ. Θα κερδίσουμε λίγο χρόνο»

«Χρόνο μέχρι τι;» ρώτησε ο Κανένας μα ο πάλαι ποτέ στρατηγός πήρε δυναμικά τον λόγο.

«Είσαι πολύ σίγουρη για την τύχη της πολιορκίας. Τα μαντρόσκυλα της πρόλαβαν να το σκάσουν με όλο το χρυσό του Συμβουλίου. Η Πόλη θα πέσει σύντομα παρά τα τείχη της και τότε ο δρόμος για το Κάστρο σου θα ναι ανοιχτός»

«Η Πόλη θα αντέξει» επέμεινε εκείνη ήσυχα και ο Κοκκινογένης γνωστός για το αίμα που βράζει στη κεφάλα του δεν κρατήθηκε άλλο.

«Τι δεν καταλαβαίνεις; Οι φρουροί το σκασαν, οι στρατιώτες της το ίδιο. Οι μόνοι που έμειναν να πολεμήσουν είναι απλοί χωριάτες που βρήκαν άσυλο στη Πόλη»

«Άρα όσοι απέμειναν δεν είναι δικοί της» αποκρίθηκε η Μία και τράβηξε το φλασκί για να πιεί.

Οι δύο άντρες αλληλοκοιτάχτηκαν. Η μικρή είχε δίκιο! Υπό την εισβολή είχε ξεκινήσει ήδη η εκκαθάριση. Όλοι οι πιστοί της Άρντεν ταμπουρώθηκαν στο Κάστρο των Μορντού, ότι απέμεινε απέξω ήταν καθαρό.

«Γιατί να μας ακούσουν;» είπε κάποτε ο Μπρίεν.

«Υπάρχει κάτι που σίγουρα θα ακούσουν καλέ μου φίλε» απάντησε η Μία με ένα πονηρό χαμόγελο.

Ανάμεσα στα δύο φρούρια, το κάστρο Μορντού και την Πόλη της Γαλάζιας πέτρας υπήρχε απόσταση τεσσάρων ημερών. Οι ενδιάμεσες πόλεις και τα χωριά σχεδόν είχαν ερημώσει. Οι εκλεκτοί της Άρντεν μαντρώθηκαν σύντομα στο οικογενειακό κάστρο του Μαύρου Δράκου και έκλεισαν τις πύλες για όλους τους άλλους.

Κάποιοι ξεκίνησαν για νότια, πέρα από το δάσος της Κόργουελ, βαθειά στην άγονη ενδοχώρα. Πολλοί ήταν εκείνοι που ζήτησαν καταφύγιο στην Πόλη της Γαλάζιας Πέτρας μα οι περισσότεροι προτίμησαν την ανοιχτή ύπαιθρο από το να εγκλωβιστούν σε πέτρινο κλοιό με ελάχιστες προμήθειες και να τους θερίσει η πείνα πριν προλάβει να λήξει κάποια πιθανή πολιορκία.

Έτσι ο περισσότερος λαός παρέμενε απροστάτευτος σπίτι ελπίζοντας σε ένα θαύμα.

Και το θαύμα σήμερα τραγουδούσε τον ερχομό του.

Αρχικά ακουγόταν μια μακρινή κρυστάλλινη μελωδία, σαν να τους κορόιδευε ο αέρας με παραμύθια αλλοτινών εποχών. Μετά ο ορίζοντας γέμιζε σκόνη και ο ήχος δυνάμωνε.

Άντρες, γυναίκες, παιδιά παρατούσαν ότι κι αν έκαναν και έτρεχαν στον δρόμο.

Ένας Μαύρος Καβαλάρης ξεχώριζε να έρχεται. Το μαύρο άλογο γυάλιζε από τον ιδρώτα, χάλκινες φλόγες στόλιζαν τα λουριά δίπλα από το στόμα και τα ρουθούνια του. Το μέταλλο άστραφτε σαν αληθινή φωτιά μέσα από τους αχνούς του αλόγου.

Ο μοναχικός ιππέας προσπερνούσε γοργός σαν τον άνεμο, σιωπηλός καθώς σειρές από καμπανάκια κροτάλιζαν πάνω του.

Και τότε σεισμός ακολουθούσε τα ρίγη που σκόρπιζαν τα Άνθη του Θανάτου:

Ο Μαύρος Δράκος ζει!

Ο Μαύρος Δράκος πηγαίνει στον πόλεμο!

Η Γαλάζια Πέτρα ξημέρωνε την έβδομη μέρα. Τα τείχη άντεχαν ακόμα παρά τους φημισμένους τροξιανούς καταπέλτες.

Το Φρούριο χτισμένο σε βουνό είχε ελικοειδή δομή. Μια σπείρα αν ρωτούσες τα πουλιά που έβλεπαν από ψηλά. Για κάθε κομμάτι τείχους που έπεφτε, έκλεινε άλλη μια πύλη. Η δύναμη συμπυκνώνονταν προς τα μέσα, σε επόμενο φαρδύ εσωτερικό κύκλο λίγα μέτρα ψηλότερα από τον προηγούμενο. Η τεράστια έλικα τελείωνε στην Ακρόπολη, στο Γαλάζιο Βωμό, στην κορυφή του βουνού.

Το πιθανότερο ήταν να μην άντεχαν μέχρι τη νύχτα. Παρόλα αυτά οι λιγοστοί άντρες όλων των ηλικιών με τις αυτοσχέδιες πανοπλίες, συνέχιζαν. Τα γυναικόπαιδα και οι τραυματίες συγκεντρώθηκαν στο ψηλότερο σημείο της Πόλης και αγνάντευαν από εκεί τη συμφορά.

Τα ελικοειδή τείχη ήταν πλέον μια σειρά από συντρίμμια σαν να τσαλαπατήθηκαν από το σιδερένιο πόδι γίγαντα. Ανάμεσα στα χαλάσματα και έξω από αυτά, δέκα χιλιάδες Τρόξιαν περίμεναν υπομονετικά. Ξεκούραστοι ακόμα δεν είχαν καν μυρίσει αίμα. Οι Γαλάζιοι μάχονταν σε δωδεκάωρες βάρδιες μα κανείς δεν άντεχε τόσο. Έπεφτε σύντομα νεκρός και ο χρόνος που μετρούσε αντίστροφα πια βασάνιζε τους πολίτες περισσότερο κι από τον ίδιο τον θάνατο.

Η αυγή έφερε τον ήχο. Μέσα από τυφώνες σκόνης, το κρυστάλλινο μεταλλικό κουδούνισμα κατατρόπωσε τον θόρυβο της πολιορκίας. Τέλεια σιωπή σκέπασε πολιορκητές και πολιορκημένους, χιλιάδες μάτια στράφηκαν στον πορτοκαλένιο ορίζοντα.

Σαν γιγάντια σκιά που αντιστέκεται στο ξημέρωμα, Μαύροι Καβαλάρηδες ξεχώριζαν πια. Το βούκινο των Μορντού ήχησε σταθερά και το ιππικό έπεσε πάνω στις εξωτερικές γραμμές των Τρόξ σκάζοντας σαν κύμα. Οι εισβολείς δεν πρόλαβαν ούτε να στοιχηθούν καθώς το Τάγμα θέρισε τις πρώτες γραμμές, όλη η δύναμη των Τρόξιαν στράφηκε στην αντίθετη από τα τείχη πλευρά και η πραγματική μάχη άρχισε.

Δόρατα σηκώθηκαν πρόχειρα και άλογα κεντρισμένα από λόγχη έριξαν κάτω τους αναβάτες. Βροχές από βέλη υποδέχτηκαν τους ιππείς μα το Τάγμα ήταν εδώ ξανά! Οι επίλεκτοι του Κέργκεν, ο ίδιος ο Μαύρος Δράκος Μπροστάρης.

Κανείς δεν στάθηκε να ρωτήσει ποιος φορά την πανοπλία των Μορντού. Ο Κέργκεν ήταν νεκρός από χρόνια, στο κάλεσμα όμως του Μαύρου Δράκου, χωρίς δισταγμό όλα τα κρυμμένα καμπανάκια βγήκαν στο φώς. Πανοπλίες ξεσκονίστηκαν, σπαθιά ακονίστηκαν, γυναίκες χάσαν άντρες και γιούς. Όλοι ακολούθησαν τον άγνωστο που κρύφτηκε στην οικογενειακή πανοπλία Μορντού.

Δεν είχε σημασία αν θα χάσουν. Δεν είχε σημασία αν θα πεθάνουν. Η Πέμπτη Λωρίδα κελαηδούσε ξανά, έστω και για τελευταία φορά θα πήγαιναν σε μάχη. Μόλις εξακόσιοι ιππείς και άλλοι τόσοι διαθέσιμοι πεινασμένοι άντρες υπό τις οδηγίες του Μπρίεν ενάντια σε χιλιάδες Τροξ. Περίπου χίλιοι απελπισμένοι που διάλεξαν οι ίδιοι το τέλος τους μεθυσμένοι από τα άνθη της Πέμπτης Σειράς.

Ο Μαύρος Δράκος έφιππος ακόμα άγγιζε το πρώτο σημείο στα τείχη. Σαν μαχαίρι οι πολεμιστές του διαπέρασαν το σώμα των Τρόξ, το βούκινο ήχησε ξανά πάνω από την κλάμα της μάχης και του απάντησαν τα βούκινα της Πόλης. Όλοι συσπειρώθηκαν σε μια ύστατη εφόρμηση και οι απομείναντες ζωντανοί Τρόξιαν πανικόβλητοι στη θέα του Μαύρου Δράκου που θέριζε, χάθηκαν. Σκόρπισαν, πνίγηκαν στο αίμα σαν κόκκοι άμμου που σβήνει η παλίρροια.

Τις κραυγές πόνου, τα ουρλιαχτά θανάτου σκέπαζαν τώρα φωνές. Όλοι οι Γαλάζιοι δόξαζαν τους θεούς για τη ανέλπιστη νίκη, για την σωτηρία που έφερε η αυγή.

Ο Αλεξέϊ αμέτοχος σε όλη αυτή την αγαλλίαση έψαχνε ανάμεσα σε όρθιους και χαντακωμένους. Σε νεκρούς και ζωντανούς με το φόβο να γελά χαιρέκακα στο κεφάλι του σαν δαίμονας. Ταρακουνούσε όσους δεν τον καταλάβαιναν, φώναζε για να ακουστεί η αγωνία του:

Που είναι ο Μαύρος Δράκος;

Σαν να δόθηκε κάποιο μυστικό σύνθημα ο κόσμος ησύχαζε σιγά σιγά.

Ήταν Φάντασμα;

Ήταν άνθρωπος;

Ήταν δίπλα μου πριν λίγο, πολέμησα στο πλευρό του και εγώ..

Και εγώ

Και εγώ

Και εμείς…….

Που είναι τώρα;

Μέσα στο γενικό σούσουρο, έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του καθώς είδε το μαυρο άτι με τις χάλκινες φλόγες χωρίς αναβάτη.

Κι όλος ο κόσμος μοιράστηκε την ίδια θλίψη. Το Φάντασμα του Κέργκεν ξαναχώθηκε στο μνήμα του. Χάθηκε σαν αχνός πριν έρθει καν το μεσημέρι και η χαρά έγινε σύντομα βουβός θρήνος. Γιατί οι Τρόξ θα ξανάρθουν. Γιατί αυτή η Σκύλα που κοιμάται αμέριμνη στα διαμάντια και τα λούσα τη θα στείλει πάλι τους δικούς της.
Μα το ασημένιο βούκινο ήχησε ακόμα μια φορά και όλοι στράφηκαν προς τα εκεί. Το κόκκινο λάβαρο Μορντού, με τα ασημένια φίδια πλεγμένα ως χαίτη στη μαύρη λεοντοκεφαλή, καρφώθηκε με βία στο χώμα.

Ο Μαύρος Δράκος περιγελώντας τον ταφικό του τύμβο, ήταν ακόμα εδώ. Σκαρφάλωσε σε ένα μισοδιαλυμένο καταπέλτη και έλυσε το λουρί που συγκρατούσε τη περικεφαλαία αποκαλύπτοντας ένα γυναικείο πρόσωπο.

Η Μία από ψηλά έψαξε λαχανιασμένη στο πλήθος. Αίμα και ιδρώτας κυλούσαν στο πρόσωπό της καθώς μέσα στην απόλυτη σιωπή έψαχνε τον Κανένα πριν δώσει τις εξηγήσεις της στον κόσμο.

Και αν δεν είχε γλιτώσει;

Δεν έδωσε χώρο στον πανικό, έπρεπε πρώτα να αφήσει τον Κέργκεν να μιλήσει. Όσο για τον φλογερό ιππότη της, λίγη σημασία είχε αν ο Αλεξέϊ ζούσε. Ήταν η Μία Μορντού, είχε καταδικάσει τον εαυτό της στη μοναξιά και αυτό δεν θα άλλαζε καμιά νίκη. Καμιά ανάγκη και καμιά δύναμη. Ποτέ.

Την ίδια ώρα ο κόσμος κατέληγε στα δικά του συμπεράσματα.

«Μία…. Μία Μορντού» απλώθηκε ένα ξέφρενο μουρμουρητό «Η δευτερότοκη του Κέργκεν! Είναι ζωντανή!»

Ελπίδα και αποστροφή πάλευαν στα μυαλά όλων χωρίς να καταφέρνει κανένα από τα δύο να επικρατήσει. Και τότε η Κόρη μίλησε:

«Δεν ήρθα εδώ για να σας σώσω» φώναξε δυνατά και όλες οι εικασίες πάγωσαν σε πικραμένα χείλη.

«Δεν υπάρχει κανείς άξιος να σας σώσει» συνέχισε με σχεδόν με αποστροφή η Μία και αγανάκτηση σηκώθηκε από όλους ανεξέλεγκτη πια.

Η Μία στεκόταν βλοσυρή σαν να απολάμβανε το θέαμα και μετά από δύο στιγμές ούρλιαξε για να ακουστεί

«Ήρθα για να ξεκοιλιάσω τη Σκύλα και όλο το σινάφι της!»

Ο κόσμος σώπαινε ξανά διστακτικός, δεν μπορούσε ακόμα να αποφασίσει πως θα υποδεχτεί την απόκληρη Μορντού.

«Και θα το κάνω….» ξανάπε εκείνη ήρεμα « ακόμα και αν φτάσω μόνη μου έξω από το κάστρο του Κέργκεν»

Ο Κανένας στάθηκε ήσυχα κοντά της.

Ήθελε να γελάσει και να κλάψει ταυτόχρονα γιατί εκτός από ζωντανή την βρήκε και αποφασισμένη.

Ήθελε να ζήσει εκατό φορές για να κερδίσει την αγάπη της.

Ήθελε να πεθάνει εκατό φορές δοξασμένος στο πλευρό της και να κερδίσει την αθανασία.

Ήθελε να θυμάται για πάντα πως φούσκωνε περήφανα το στήθος του μεθυσμένο ξανά από τη δόξα Μορντού.

«Η Άρντεν θα πεθάνει όπως και να χει…» συνέχιζε εκείνη σαν να μιλούσε στον εαυτό της μπροστά σε χιλιάδες μάτια που περίμεναν ακόμα δύο λέξεις.

Τίναξε το ματωμένο ξίφος του Μαύρου Δράκου ψηλά.

«Δόξα Μορντού!» και όλοι απάντησαν με μια φωνή το ίδιο:

Δόξα Μορντού……

«Δόξα του Κέργκεν!» φώναξε καρφώνοντας άλλη μια τον αέρα και δάκρυα ξέπλυναν το ξεραμένο αίμα στα μαγουλά της.

Δόξα του Κέργκεν αποκρίθηκε με έναν αναστεναγμό το πλήθος.

Και πάνω από τη φωνή του λαού, το Φάντασμα το Πατέρα πέταξε και χάθηκε για πάντα από το μυαλό της, από τη ντροπή.

Το άρμα του στάθηκε μια στιγμή μονάχα πάνω από τη δευτερότοκη που σήκωναν ματωμένα χέρια και ανακουφισμένοι ώμοι.

Ο Κέργκεν αποχαιρέτησε την Κόρη του με ένα φιλί του ανέμου που δρόσισε αγαθά το φλογισμένο πρόσωπο και βυθίστηκε στη λήθη.

ΤΕΛΟΣ
Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 5o Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 5o Reviewed by George S on 5:09 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.