Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 1ο

Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 1ο - Γράφει η Κατερίνα Καρυώτη

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΦΩΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΑΔΙ

ΗΧΟΣ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗ

ΠΑΘΟΣ, ΔΥΝΑΜΗ, ΑΓΩΝΙΑ, ΟΡΓΗ, ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ ΚΑΙ ΘΛΙΨΗ

ΜΑΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΥΘΥΜΙΑ

Αμέτρητα τα όπλα στον εγκεφαλικό του κατάλογο. Αυτά είχε με αυτά πορευόταν μετρώντας πλέον λίγο περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες σε τούτο τον κόσμο.

Απόλυτος, κυνικός, μπορούσε να δεχτεί μονάχα τη δική του αυτοκριτική, κλωτσούσε όταν κάτι δεύτερο τον αμφισβητούσε.

Ήτανε νέος, ώριμος, απτόητος ή γερασμένος μα πάντα αποτελεσματικός με ότι κι αν καταπιανόταν.

Καλός σε πολλά, καλύτερος ακόμα πουθενά. Ταχύς, νευρώδης, σταθερός μονάχα τις ώρες που δε μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Ακλόνητος, πολυλειτουργικός, ίσως ο τελευταίος άξιος της σειράς του.

Κατά καιρούς είχε πολλά ονόματα. Τελευταία άκουγε στο «Αλεξέϊ»

Ήταν επαγγελματίας δολοφόνος και είχε έρθει η δική του ώρα να πεθάνει………..

«Ω! Τέλεια αυτό μας έλειπε» μουρμούρισε η Μία την ώρα που άνοιγαν οι ουρανοί.

Είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα. Η σκούρα πουκαμίσα που έφτανε μέχρι τα γόνατα είχε σκιστεί τουλάχιστον σε τρία σημεία. Το πρόσωπό και τα χέρια της γρατσουνισμένα από χαμόκλαδα στα οποία αναγκάστηκε να χωθεί καθώς προσπαθούσε να το πιάσει.

Λαχανιασμένη στηρίχτηκε για λίγο στον τραχύ κορμό ενός δέντρου. Τελευταία φορά που κατάφερε να δει το ροδαλό πισινούλη με τη στριφογυριστή ουρά, ήταν ανάμεσα στην αδιάβατη συστάδα από αγριόθαμνα μπροστά της.

Όχι.

Δεν θα έμπαινε εκεί μέσα. Τράβηξε το φλασκί με το νερό από τη ζώνη της και ήπιε μια γενναία γουλιά. Αν δεν είχε πιάσει βροχή υπήρχε μια πιθανότητα να το ακούσει. Να περιμένει να βγει και να το τσακώσει. Τώρα κατάλαβε γιατί εκείνος ο τσαρλατάνος της το είχε πουλήσει τόσο φτηνά,

Το μικρό αθώο γουρουνάκι έσπασε τη πρώτη μέρα το σκοινί και κατέστρεψε το λαχανόκηπο της. Τη δεύτερη κατάφερε να σκάψει μια τρύπα και να την κοπανήσει κάτω από τον χαλαρά πλεγμένο φράχτη με κλάρες αποχαιρετώντας ένα βολικό ξύλινο παράπηγμα, άφθονη τροφή, νερό και ασφάλεια.

Την τρίτη και φαρμακερή που η Μία το δέσε με μια αλυσίδα, κλοτσούσε και τσίριζε τόσο πολύ που όλα τα πουλιά σε ακτίνα χιλιομέτρου εξαφανίστηκαν από το δάσος. Κόντεψε να πνιγεί από τη λύσσα του και σαν μυρίστηκε ότι το περιμένει λεπίδι, γλίστρησε το λασπωμένο νευρικό κορμί του και εξαφανίστηκε σαν δαιμονισμένο μόλις η Μία το ξέμπλεξε από την αλυσίδα.

Να την λοιπόν κατάκοπη, ξεσκισμένη και έξαλλη να βρέχεται στο πιο βαθύ και επίφοβο σημείο του δάσους και να αναλογίζεται πως τρία χρυσά νομίσματα έκαναν φτερά οριστικά και αμετάκλητα.

Γύρισε κι άρχισε να βαδίζει με τις μαλακές μπότες τις να γλιστρούν ελαφρά στη νοτισμένη χλόη και φτέρες να χτυπούν τα πόδια της τινάζοντας όλο τους το νερό πάνω στα ρούχα της.

Την επόμενη φορά θα πάρει έτοιμη θηλυκιά για να ζευγαρώσει το γερασμένο πλέον αρσενικό και θα κρατήσει δικά της γουρουνάκια που θα χουν τρόπους ώστε να ανανεώσει μια καλή γενιά. Εκτός και αν οι θεοί της έστελναν ξανά λιμό και ορδές ληστών στο απόμερο καταφύγιο της.

Από καθαρή τύχη γλίτωσε πέρσι, σκαρφαλωμένη στο πιο ψηλό κλαδί μιας γηραλέας βελανιδιάς να παρακολουθεί την απόλυτη καταστροφή: Το σπίτι, ο κήπος και το κελάρι της λεηλατήθηκαν από μια μικρή ομάδα. Ευτυχώς που το άλογο το χε δέσει μακριά στο πέρασμα του Χμουν να βοσκήσει με την ησυχία του. Κρυμμένη στα πυκνά φυλλώματα ψηλών κλαδιών, δόξαζε θεούς και δαίμονες που πρόλαβε να κρυφτεί γλιτώνοντας έτσι το κορμί, την όποια γυναικεία τιμή της είχε απομείνει, μη σου πω και τη ζωή της την ίδια.

Έσκυψε και έσφιξε καλύτερα το δέσιμο στις μπότες τις. Το μάλλινο παντελόνι κάτω από την πουκαμίσα ευτυχώς την είχε γλιτώσει από χαμόκλαδα και βάτα. Λίγο πιο κάτω βρήκε το δέντρο με την γνώριμη μόνο σε εκείνη διχάλα. Τράβηξε από τη βάση του μια ξερή αφάνα αποκαλύπτοντας το στόμιο από μια κουφάλα. Έχωσε βαθειά το χέρι μέσα και τράβηξε τον διπλωμένο βαρύ δερμάτινο μανδύα, τη φαρέτρα και το τόξο του Πατέρα.

Ντύθηκε, τράβηξε την κουκούλα καθώς η βροχή από ώρα διαπερνούσε ανενόχλητη τα πυκνά κλαδιά πάνω από το κεφάλι της και πέρασε τη φαρέτρα στη πλάτη φέρνοντας διαγώνια το λουρί το στήθος. Κεραυνοί μούγκρισαν, βροντές έσκαγαν από τον μουτρωμένο ουρανό και το φώς αν και δεν είχε περάσει ακόμα το τέλος του μεσημεριού άρχισε να ελαττώνεται σημαντικά.

Σήκωσε το τόξο στο χέρι της. Κάθε φορά που ένιωθε αυτή την υφή ανατρίχιαζε κι ας είχαν χαθεί δέκα ολόκληρα χρόνια από τότε. Κάθε φορά που οι σκαλισμένοι με ασήμι πάνω στο ξύλο ρούνοι γαργαλούσαν την παλάμη της, θυμόταν εκείνον. Όχι τη ζωή και τα έργα ενός θρύλου.

Θυμόταν το τέλος. Τα μάτια του που έχαναν σιγά σιγά το φώς τους, τη μυρωδιά από το αίμα σαν μαύρο πίδακα να χύνεται από τον ξεσκισμένο λαιμό του.

Το αίμα του Κέργκεν που χάθηκε χαζά και άσκοπα, ύπουλα από κοινούς μαχαιροβγάλτες χωρίς οι άθλοι και όλη του η δόξα να προλάβουν να τον σώσουν. Χωρίς να προλάβει εκείνη να τον σώσει.

 Στερέωσε και το τόξο δίπλα στη φαρέτρα παρατηρώντας τον πηχτό αχνό που άρχιζε να σηκώνεται τώρα από το οργιώδες πράσινο θαρρείς και πάλευε να ενωθεί με το σύννεφο που κατέβαινε χαμηλά σαν καταχνιά σκοτεινιάζοντας περισσότερο το δάσος.

Αναστέναξε και τίναξε μακριά όλες τις μαύρες και θλιβερές της σκέψεις. Είμαστε στο τώρα και εδώ το γουρουνάκι σου έφυγε μια και καλή ενώ από το πρωί έχεις αφήσει το σπίτι σου ανοιχτό σε όλα τα αδίστακτα ασκέρια που θα τολμούσαν να μπουν στο δάσος.

Βέβαια μετά το περσυνό της πάθημα, είχε φροντίσει να γίνει απροσπέλαστο το μικροσκοπικό λιβάδι χωμένο βαθειά πίσω από τη ρεματιά του Χορν-Σνέικ. Παγίδες ανάμεσα σε περάσματα που μονάχα εκείνη, η δευτερότοκη του Κέργκεν μπορούσε να αναγνωρίσει. Γούβες θανάτου καλυμμένες προσεκτικά με παχιά χλόη, δόκανα, θηλιές σε λυγισμένα δενδρύλλια. Ποτέ δεν ήταν αρκετά όμως.

Ζούσε στην εποχή του φόβου και της σφαγής. Περνούσε τις μέρες της μυστικά, προφυλαγμένη όσο το δυνατόν καλύτερα στο βαθύτερο σημείο του δάσους Κόργουελ, μια μέρα μόλις δρόμο από το βασίλειο της Άρντεν, χαμένη στη θύμηση από παλιές ένδοξες εποχές. Τελευταίο κλαδί στο περήφανο δέντρο μιας οικογένειας που αντί για δόξα και τιμή έσπερνε πια τον απόλυτο τρόμο.

Από το σκοτεινό πηγάδι της μνήμης την συνέφερε απότομα ένα μικρό σκούξιμο. Ακούστηκε ακόμα μια κοφτή στριγκλιά και το γουρουνάκι πέρασε βολίδα μόλις τρία μέτρα μακριά της.

Χωρίς να προλάβει να το σκεφτεί καν, σε λιγότερο από μερικά δευτερόλεπτα, είχε πάρει θέση στο ψηλότερο βραχίονα, σκαρφαλώνοντας σαν γάτα παρά το βαρύ δυνατό κορμί της, ψηλά στο πρώτο διαθέσιμο δέντρο.

Ο Πατέρας έλεγε πως αν είχε αποκτήσει ποτέ γιό θα ταν σαν εκείνη. Έλεγε πως έχει τα κατάλληλα ένστικτα, το νεύρο, τη θέληση, το θάρρος και τις δυνατότητες που χρειάζεται ένας σωστός ηγέτης, ένας άξιος πολέμαρχος.

Ένα από αυτά ήταν πως η Μία μυριζόταν τον κίνδυνο σαν γηραλέο λαγωνικό από τα μικρά της χρόνια ακόμα. Όντας πάντα σε επιφυλακή και εγρήγορση, δύσκολα πιάνονταν απροετοίμαστη. Με εξαίρεση βέβαια τη μέρα που ο Κέργκεν σφαγιάστηκε κατόπιν εντολής της πρωτότοκης Άρντεν. Προδομένος ακόμα κι από τον  Τόρεν, σύζυγο πλέον της αδερφής
της παρά την τεράστια διαφορά ηλικίας και πάλαι ποτέ υπασπιστή του θρυλικού Μαύρου Δράκου. Του ήρωα Κέργκεν, τελευταίος ένδοξος γόνος της οικογένειας Μορντού.

Τέσσερα γκρίζα σώματα ξεχώρισαν στο κατόπι του αποστάτη που τώρα θα πλήρωνε την απόδραση από το ζεστό καταφύγιο της Μία.

Αθόρυβα, πάντα  με ταχύτητα και ακρίβεια όπως είχε μάθει από Εκείνον, τέσσερα βέλη στοιχήθηκαν το ένα πίσω από το άλλο στο τόξο Μορντού. Τέσσερις βολές με απόλυτη επιτυχία, τέσσερις λύκοι λιγότεροι για το δάσος. Μα όσους και αν αφάνιζε στις τυχαίες συναντήσεις μαζί τους, πάντα υπήρχαν αρκετοί. Ρήμαζαν συχνά πυκνά το κοτέτσι της, ξελόγιαζαν τα λιγοστά πρόβατα της και αναγκάστηκε να κτίσει μέχρι απάνω το παράπηγμα που ξεκουράζονταν το άλογό της. Είχε ξεκινήσει ένα τείχος από κορμούς εδώ και δύο χρόνια. Μα ήταν μια γυναίκα μόνη. Έπρεπε να βρει δέντρα σε κοντινή απόσταση, να εξαφανίσει τα ίχνη ξύλευσης που θα μαρτυρούσαν τη παρουσία της. Να τα κουβαλήσει σέρνοντας τα ένα ένα με τα χέρια σε σημεία που δεν μπορούσε να περάσει το άλογο.

Κάθε μήνα κατάφερνε να στήσει το πολύ ένα μέτρο από το φρούριο της κάτω από τα πυκνά φυλλώματα και πίσω από το πλεγμένο ατελείωτο δάσος. Μονάχα ένα πολύ έμπειρο μάτι θα καταλάβαινε πως υπάρχει ζωή εκεί μέσα. Κάλυπτε τα ίχνη της πάντα, είχε δώσει τόση σημασία στη τέχνη της παραλλαγής που ούτε τα πουλιά δεν θα μπορούσαν να εντοπίσουν τη θέση της.

Μειονέκτημα ήταν το μικρό ρέμα. Απαραίτητο για τη τροφοδοσία νερού, μέγας προδότης αν κάποιος το ακολουθούσε. Έτσι πριν ξεκινήσει το τείχος άλλαξε τη ροή του σε ένα σημείο. Άφησε ένα μικρό και πάντα σωστά καμουφλαρισμένο κόμβο ροής και το νερό έφτανε πια στη πόρτα της. Το οχυρό ξεκίνησε από εκεί αλλά με τέτοιους ρυθμούς χρειαζόταν δυο ζωές για να τελειώσει.

Η βροχή έκοψε απότομα και μέσα από τον διστακτικό ήλιο που άρχισε να γυαλίζει στη ποτισμένη βλάστηση άκουσε αλυχτίσματα πίσω από την απροσπέλαστη συστάδα με τα αγκαθωτά κέδρα. Και όχι μόνο. Ένα ανθρώπινο βογγητό στην αρχή. Μετά φωνές, βρισιές, σύρσιμο, πνιχτά ουρλιαχτά πόνου.

Οι λύκοι είχαν βρει πιο εύκολο γεύμα αναλογίστηκε πηδώντας από το δέντρο και γρήγορη σαν τον άνεμο με το κυρτό τσεκούρι που δεν αποχωριζόταν ποτέ από τη ζώνη της, άρχισε να ανοίγει δρόμο στο φυτικό φρούριο. Δε σκόπευε να σκίσει και τον δερμάτινο μανδύα με τη γούνινη επένδυση σήμερα!

Δε σκόπευε να σώσει τον αιμόφυρτο άγνωστο άντρα. Μάταια προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με δύο αγριεμένους λύκους που στοίχημα πεινούσαν σαν τρελοί. Όλος ο κόσμος πεινούσε στο σήμερα. Τα θηράματα λιγόστευαν καθώς απελπισμένοι άνθρωποι συναγωνίζονταν τα αγρίμια.

Παρόλα αυτά τράβηξε τα μακριά στιλέτα, ένα από το εσωτερικό κάθε μπότας και πριν την αντιληφθούν καν, έσκισε το λαιμό του πρώτου και κάρφωσε τη κοφτερή λεπίδα στα πλευρά του δεύτερου.

Ο Αλεξέϊ λύθηκε από το μακάβριο τράβηγμα καθώς τα κουφάρια σπαρταρούσαν δίπλα του και το σκούρο αίμα τους άνοιγε ακανόνιστα πορφυρά αυλάκια ανακατεμένο στο υγρό πράσινο.

Μα δεν έβλεπε πια, δεν άκουγε, δεν υπήρχε εκεί, Το βαρύ πέπλο του θανάτου τον τύλιξε. Τον έπαιρνε μακριά από αυτόν τον κόσμο και τη ματαιότητα.

Δεν πονούσε πια, δεν κρύωνε, δεν φοβόταν, δεν αισθανόταν τίποτε. Μια γλυκιά νάρκη τύλιξε το πληγιασμένο του κορμί και άρχισε να το ανυψώνει σε ζεστό σκοτάδι.

Δυο δυνατά χέρια σκόρπισαν ξαφνικά την ανακούφιση της λήθης

«Αφήστε με μπάσταρδοι!» ούρλιαξε μα ήταν μονάχα στο θολωμένο του μυαλό. Δεν ήταν ικανός πια ούτε να κουνηθεί μα ούτε και να μιλήσει. Πως θα μπορούσε λοιπόν να εξηγήσει σε τούτη την σκληρή απαιτητική φωνή;

-    Πόσοι είστε;
-   
Η Μία είδε ένα ματωμένο χαμόγελο να χαράζει μακάβρια τα ξεραμένα χείλη του

Κανείς, απαντούσε ράθυμα μέσα στο κεφάλι του χωρίς να καταφέρνει ποτέ να ακουστεί. Κάποτε ήμουν μονάχα εγώ, τώρα ούτε καν αυτό

-    Πως έφτασες εδώ;
-   
Ρώτα αυτή τη σκύλα και τα πρωτοπαλίκαρα της

-    Απάντησε μου και θα σου δώσω ένα γρήγορο τέλος
-   
Δεν υπάρχει κάτι να μου δώσεις, τίποτε από κανέναν……………………

Μα οι λέξεις πείσμωναν και δεν έβγαιναν από το πρησμένο λάρυγγα του που άφηνε με το ζόρι λιγοστό μουχλιασμένο αέρα να περνά στα πνευμόνια του. Άφησε ένα θλιμμένο αγκομαχητό, άνοιξε για τελευταία φορά τα μάτια του και είδε.

Είδε έναν άγγελο ντυμένο σαν δαίμονα. Είδε το πιο όμορφο πλάσμα στον κόσμο χαμένο στην ομίχλη.

Η κόρη του Κέργκεν ταράχτηκε καθώς δυό γαλανά μάτια έπεσαν πάνω στο πρόσωπο της. Τα χάσε για μια στιγμή με τούτο το λαμπερό κενό. Έπειτα το οικογενειακό της δέντρο τίναξε περήφανα τα κλαδιά του.

Ήταν η Μία, η κόρη του Κέργκεν το τελευταίο τέκνο με τιμή της οικογένειας Μορντού. Δεν φοβόταν τίποτε και κανέναν. Δεν είχε τίποτε να χάσει παρά μονάχα τη θλιβερή ζωή της.

Ο Αλεξέϊ παραδόθηκε πια. Το σώμα του τον πρόδωσε τελειωτικά αφήνοντας τη Μια να διστάζει να αποφασίσει, να διστάζει να θυμηθεί.

Σκάλιζε νευρικά τη φωτιά….

«Δεν τον έφερες εδώ για να σιγουρέψεις την ασφάλεια από το τρισάθλιο λαγούμι που σκάρωσες μικρή μου» έλεγε η φωνή του Πατέρα μέσα στο κεφάλι της «ήθελες να τον σώσεις, σε νοιάζει όντως»

«Δεν είμαι ήρωας, μην αρχίζεις πάλι» απαντούσε σιωπηλά εκείνη «οι ήρωες της γενιάς μας σταμάτησαν σε σένα»

«Επιμένεις πάντα, ακόμα δεν θέλεις να δεχτείς το βάρος, τη τιμή που τρέχει στο αίμα των Μορντού»

«Δεν θέλω άλλο αίμα να τρέχει. Το δικό σου ήταν και το τελευταίο. Ότι κυλά τώρα και χάνεται, όλο αυτό που βάφει κόκκινο το χώμα είναι έργο της πρωτότοκης σου»

Και η αντιπαράθεση συνεχίζονταν πάντα μέσα στο κεφάλι της χρόνια τώρα. Σαν να μιλούσε ο Πατέρας εδώ μπροστά της. Με το περιβόητο αίμα των Μορντού να πορφυρίζει τα λευκά σάβανα του, με τον αέρα να σφυρίζει καθώς περνά από τον ξεσκισμένο του λαιμό.

Εκείνη ήταν που επέμενε να κρατά ζωντανό το Φάντασμα του εδώ στο δικό της βασίλειο, το βασίλειο της ατιμωτικής ντροπής και της εφιαλτικής μοναξιάς καθώς το Βασίλειο των Μορντού το άρπαξε δικαιωματικά η μεγάλη αδερφή. Το μπασταρδεμένο βασίλειο πια. Το βασίλειο της Άρντεν, το βασίλειο της τυραννίας και της φρίκης.

Ο άγνωστος βογκούσε μέσα από το λήθαργο του καθώς τον ξέντυνε. Παράτησε για λίγο την εσωτερική νουθεσία με τον Κέργκεν γιατί διαπίστωσε πως οι λύκοι δεν κατάφεραν να διαπεράσουν τις μπότες και τα περιβραχιόνια με τα τρομερά σαγόνια τους. Περιεργάστηκε για λίγο το σκληρό δέρμα αγριόχοιρου πριν το πετάξει αδιάφορα πέρα.

Κάτω από το μαύρο σκληρό δερμάτινο κάλυμμα με τα πλεγμένα φίδια από ασήμι – χαρακτηριστικό της Φρουράς και πριν το ύφασμα που εφάπτονταν στο δέρμα, υπήρχε κρυφή επένδυση από φέτες ατσάλι.

Το ίδιο σχέδιο σε βραχίονες, κνήμες, θώρακα, μπράτσα, πλάτη και μπούτια. Άλλος ένας λόγος που έκανε τόσο ασήκωτο το ακυβέρνητο κορμί. Χρειάστηκε σχεδόν μισή ώρα για να γδύσει τον λοχαγό του παλατιού.

Θα τον γλίτωνε αν μπορούσε. Θα τον έκανε καλά, θα τον κρατούσε φυλακισμένο, θα τον βασάνιζε αν χρειαζόταν γιατί έπρεπε να μάθει:

Τι δουλειά έχει εδώ ένας εκλεκτός της βασιλικής φρουράς; Μήπως η Άρντεν υποψιαζόταν πως η μικρή αδερφούλα είχε γλιτώσει; Μήπως έστειλε δολοφόνο και για εκείνη;

Το βαρύ δυνατό σώμα είχε κάμποσες ανοιχτές πληγές, κοψίματα από κάποια πρόσφατη μάχη. Επιπόλαια στα σημεία που κάλυπτε η ατσάλινη εσωτερική επένδυση, πιο βαθειά στα υπόλοιπα σημεία. Τα τραύματα δεν ήταν σοβαρά, ο ξένος ήταν απλά εξαντλημένος και προφανώς καταδιωκόμενος.

Τα ρούχα του ταλαιπωρημένα, καμιά σχέση με το αψεγάδιαστο κομψό μαύρο χρώμα της παλατινής φρουράς. Το ύφασμα της στολής του λασπωμένο, σχισμένο σε μεριές μεριές, ποτισμένο με ιδρώτα και αίμα. Πέρα από τη θήκη με το βαρύ ξίφος δεν είχε μαζί του ούτε καν φλασκί με νερό πόσο μάλλον τροφή ή προμήθειες.

«Ένας εξόριστος λοιπόν» είπε ο Κέργκεν μέσα στο κεφάλι της «Καλό αυτό»

Μα η Μία δεν απάντησε. Ξέπλενε το γυμνό δέρμα απαλά με ένα πανί και χλιαρό νερό από μια πήλινη λεκάνη δίπλα της. Μετά από κάθε πέρασμα και καθώς η βρωμιά και το αίμα εξαφανίζονταν αργά, έβλεπε παλιές και φρέσκιες ουλές σχεδόν παντού. Άλλαξε το νερό στη λεκάνη αγνοώντας τον Πατέρα που αμέριμνος συνέχιζε

«Περίεργο για παλατιανό, δε βρίσκεις; Η Άρντεν μετά την εκκαθάριση των Μορντού αντικατέστησε όλους τους παλαίμαχους με άψητα ρουφιανάκια που δεν έχουν δει ούτε μία μάχη…..»

Τρίτη φορά που πέταξε έξω στη νύχτα το νερό της λεκάνης και έχυσε μέσα καθαρό από την χύτρα που έστεκε αχνίζοντας κοντά στην εστία.

«…… αυτός πρέπει να ναι κάποιος ξεχασμένος δικός μου» τόλμησε να πει τελικά ο Πατέρας και η Μία κοκάλωσε με το βρεγμένο πανί στο χέρι

«Ένας προδότης!» φώναξε στο αδειανό μισοσκότεινο σπιτάκι της και στάλες νερού έτρεξαν από ψηλά στο αναίσθητο κορμί που ανεβοκατέβαινε αμυδρά σε κάθε ανάσα.

Πέταξε το πανί στη λεκάνη και τράβηξε το στιλέτο από τη μπότα της

«Μη παιδί μου!»

«Μη! Μη;;;» συνέχισε τον εσωτερικό διάλογο έξαλλη η Μία « Κάποιος ξεχασμένος δικός σου; Και ζει ακόμα; Και μάλιστα λοχαγός στη φρουρά της;»

Ζύγισε το στιλέτο πάνω από τη καρδιά του και πριν το κατεβάσει με δύναμη ο ξένος μίλησε. Μίλησε καθαρά παρά το ξεραμένο στόμα χλευάζοντας τη Μοίρα που έπαιζε ζάρια με τον Θάνατο πάνω από το κεφάλι του

«Θα γλίτωνες μισής μέρας κουβάλημα αν το έκανες εκεί, δίπλα στα κουφάρια των λύκων»

Γύρισε με κόπο το κεφάλι του και εκείνα να γαλάζια μάτια την πετροβόλησαν κοροϊδευτικά. Η Μία τρέμοντας από θυμό έφερε την κοφτερή λεπίδα παράλληλα με το λαιμό του κάτω από τα κοντοκουρεμένα γένια με τις διάσπαρτες πρώτες γκρίζες τρίχες που γυάλιζαν στο μαύρο.

«Ποίος είσαι;» απαιτούσε να μάθει και εκείνος χαμογέλασε άφοβα και στεγνά σαν παγωμένος δαίμονας.

« Μη φοβάσαι» της είπε και εκείνη χαχάνισε αγέρωχα.

«Τι να φοβηθώ; Μήπως πέσεις ξερός στο πάτωμα;»

Ο άγνωστος έκλεισε ξανά τα μάτια, το παρανοϊκό χαμόγελο έσβησε αργά και το ακολούθησε ένας πονεμένος αναστεναγμός.

«Μία….. Μία, ποτέ σου δεν υπολόγισες στη μοίρα» η ζεστή και ήρεμη φωνή του Κέργκεν άρχιζε πάλι « οι θεοί σου έστειλαν τον ξένο»
«Πάψε!» φώναξε πάντα σιωπηλά μέσα της και άφησε δίπλα το στιλέτο. Έπιασε το πανί και νευρικά απάντησε στον Πατέρα καθώς ξέπλενε για τελευταία φορά. Θα τον έστελνε πεντακάθαρο στον άλλο κόσμο.

Μοίρα, τύχη, θεοί! Τρελέ ονειροπόλε…… Αν υπήρχαν θα ζούσες ακόμα και ψόφια θα ήταν αυτή η σκύλα. Αν υπήρχε τύχη και μου δίνε μερτικό, θα είχα ένα καλό γάμο, ένα άνετο σπίτι γεμάτο κουτσούβελα. Θα ήμουν αρχόντισσα κι όχι κυνηγημένος τρωγλοδύτης…. Το βλέμμα της ταξίδεψε μελαγχολικά στη φτωχική καμαρούλα. Θα μετρούσε ο λόγος μου, το βασίλειο δεν θα φτάνε ποτέ σε τούτο το χάλι. Αν οι θεοί σου με άκουγαν, αθώοι δεν θα σφάζονταν σαν πρόβατα στα κρεβάτια τους ούτε τα μωρά τους θα ταΐζονταν στα σκυλιά του παλατιού. Αν με άκουγαν κόρες δεν θα βιάζονταν πριν ξεκοιλιαστούν ούτε θα παλουκώνονταν αμούστακα αγόρια.

Αν ΕΣΥ με άκουγες, θα έπνιγες τον μπάσταρδο που η βρώμα η κόρη σου παντρεύτηκε, θα έπνιγες και εκείνη μα τα Μαύρα Τάρταρα και θα μας έσωσες όλους! Τι ψάχνεις τώρα; Παράτα με πια, σταμάτα να μου ζητάς πράγματα που δεν αξίζεις!

Το Φάντασμα του Κέργκεν άφηνε αιμάτινα δάκρυα να ρέουν τώρα. Δεν τολμούσε να μιλήσει άλλο, να παραδεχτεί. Θλίψη και ενοχές ήταν το άρμα του πια. Με αυτό θα περιδιάβαινε την αιωνιότητα. Με αυτό ταξίδευε καταδικασμένος μέσα στο βαρύ αχό από κραυγές απόγνωσης.

Η Άρντεν έφερε σκοτάδι σε όλο τον λαό του και η Μία, η δευτερότοκη, η παραμελημένη, η μόνη άξια πλέον στο αίμα των Μορντού ήταν πιο νεκρή και από τον ίδιο.

Δεν είχε πια ούτε ελπίδα ούτε φόβο. Δεν ζούσε καν, απλά ξεγελούσε τα χρόνια της κρυμμένη από τη ντροπή και το χάος βαθειά μέσα στο δάσος. Και ποιος μπορούσε να την κατηγορήσει γιαυτό;


-ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ-


Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 1ο Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 1ο Reviewed by George S on 11:09 π.μ. Rating: 5

1 σχόλιο:

Από το Blogger.