Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 2ο



Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 2ο - Γράφει η Κατερίνα Καρυώτη



Είχε ανατριχιάσει. Δεν κρύωνε ακριβώς αλλά να, όλοι οι πόροι του δέρματος του ανασηκώνονταν σε κάθε χιλιοστό της σάρκας. Παραδέρνονταν σαν σάπια ξύλα σε φουρτουνιασμένο νερό.

Δες εδώ το πρώτο μέρος!!!


Δεν θυμόταν καν το γυναικείο άγγιγμα. Οι εταίρες του παλατιού δεν τον προτιμούσαν ποτέ. Υπήρχαν τόσα νεαρά τουμπανιασμένα κορμιά να γευτούν τα θέλγητρα τους. Το κύρος για τα τόσα ανδραγαθήματα του δεν ήταν αρκετό να συγκινήσει καμιά, τίμια ή ανήθικη. Αν αναγκαζόταν κάποια να κοιμηθεί μαζί του η καλυμμένη απροθυμία του φέρνε αηδία.

Καμιά ποτέ δεν σεβάστηκε το όνομα του, καμιά ποτέ δεν περιποιήθηκε το σώμα του. Τόσο απόκληρος στο ναό του έρωτα παρά τη δύναμη και την ομορφιά του. Τόσο απρόσιτος, κενός από αισθήσεις.

Και να τος τώρα, έρμαιο στα χέρια της. Χέρια πρόθυμα ακόμα και για φόνο, χέρια ζεστά και δυνατά, χέρια ικανά για όλα. Καθάρισαν τις πληγές του, έπλυναν το σώμα και τα μακριά μαλλιά του. Ξέμπλεξαν τις μαύρες μακριές μπούκλες όπου τόσες τρίχες ξεθώριαζαν πια στο γκρι μαρτυρώντας τα χρόνια που πέρασαν. Τις καθάρισαν από λάσπες, αγκάθια και αίμα. Τις χτένισαν ευλαβικά και τις στέγνωσαν.

Αυτά τα χέρια ήταν το πιο τρομακτικό πράγμα που γνώρισε ποτέ. Ξεπερνούσαν μάχες τελώνια και δράκους γιατί σεβάστηκαν το κορμί του και το φρόντισαν. Του στάξαν νερό, κρασί και ζεστή σούπα στα χείλη. Τον σκέπασαν καλά, τον χάιδεψαν όταν ήρθε η θέρμη, το ρίγος και όλη η φρίκη της περασμένης δόξας του.

Τα χέρια αυτά έφερναν ευλογία στη ταραγμένη του ψυχή. Και ο Αλεξέι δεν ήξερε τι πάει να πει αυτό, δεν το συνάντησε ποτέ. Χωρίς να μπορεί να αποφασίσει τι πρέπει να κάνει, βυθίστηκε σε τούτη τη μακαριότητα χωρίς να νοιαστεί, χωρίς να φοβηθεί.

Γιατί γυναίκα είναι αυτή που γίνεται λιμάνι.

Γυναίκα είναι αυτή που σε σφίγγει δυνατά στον κόρφο της την ώρα που οι δαίμονες σφυρίζουν στο κεφάλι σου. Σε χαϊδεύει απαλά και μουρμουρίζει ψευτιές καθώς σε καθησυχάζει με τη βελούδινη φωνή της. Παίρνει μακριά την ταραχή με ένα ζεστό χαμόγελο, σε ξεκουράζει και μόνο με την παρουσία της. Σου χαρίζει ασφάλεια μέσα από την άνεση που παρέχει, με μικρά καθημερινά απλά πράγματα όπως ένα φρεσκοπλυμένο ρούχο.

Ανασηκώθηκε αργά και κατέβασε τα πόδια από το κρεβάτι. Έπρεπε να το πιάσει, να το μυρίσει. Έχωσε το χιτώνιο στα μούτρα του και ρούφηξε όλη αυτή την ευωδία πριν το φορέσει.

Σηκώθηκε αργά και έδεσε το εσώρουχο του. Φόρεσε παντελόνι και μπότες ρίχνοντας εξεταστικές ματιές στο χώρο. Στη μοναδική καρέκλα τον περίμενε η θήκη με το σπαθί του και τα υπόλοιπα μέρη της ελαφριάς πανοπλίας του τακτικά στοιβαγμένα. Ένα σφιχτό πακέτο με όλα τα κομμάτια στρατιωτικά τοποθετημένα.

Ο μονότονος ήχος από χτυπήματα συνεχιζόταν έξω καθώς επιθεωρούσε τα υπόλοιπα με το βλέμμα. Η φωτιά έκαιγε ζωηρή στο πέτρινο τζάκι. Το έμπειρο μάτι του διαπίστωσε εύκολα πως κάποιος βρήκε ένα πετρόκτιστο ερειπωμένο δωμάτιο και το ξανάκανε σπίτι μπαλώνοντας ότι έλειπε με πέτρες και χοντρούς δοκούς πελεκημένους στο χέρι. Ασύμμετρα κομμάτια κορμών αρμολογημένα με σχοινί, κερί, λάσπη και χόρτο. Προχειροδουλειά μεν, αξιόλογη δε για γυναίκα που δεν είχε ιδέα από τέτοια.

Μια γυναίκα που όση πείρα της έλειπε άλλη τόση θέληση περίσσευε.

Το στενό σκληρό κρεβάτι που τον φιλοξενούσε τόσο καιρό, ένα χοντροκομμένο τραπέζι, ένα ράφι με λιγοστά πιατικά, ένα σεντούκι, διάφορα δέρματα και εργαλεία κρεμασμένα στους τοίχους.

 Πέρασε έξω από την ανοιχτή πόρτα και αντίκρισε ένα μικρό λαγκάδι κάτω από το θόλο των πανύψηλων δέντρων ίσα με δέκα μέτρα μήκος κι άλλα τόσα πλάτος. Ένα μικρό κοτέτσι, ένα χαμηλό καλύβι από όπου άκουγε βελάσματα, το άλογο σε ένα κλειστό υπόστεγο.

Παρόλα αυτά είχε βρει χώρο για τα λαχανικά της που κακοπαθημένα μαρτυρούσαν πως κάτι τα είχε ποδοπατήσει πρόσφατα. Το μέρος έμοιαζε καλά κρυμμένο και ασφαλές, χαμένο μέσα στο πυκνό δάσος μα προφανώς αυτό δεν αρκούσε.

Η γυναίκα δύο μέτρα πίσω του στα δεξιά του σπιτιού τον κοιτούσε άφοβα κρατώντας ένα μεγάλο βαρύ σφυρί. Ήταν ανεβασμένη σε μια πλατιά ψηλή πέτρα για να φτάνει και να χτυπά τους κορμούς.

Ο Αλεξέϊ ρουθούνισε περιφρονητικά βλέποντας το τείχος που προσπαθούσε να φτιάξει. Οι κορμοί μόλις που ξεπερνούσαν το ύψος του στημένοι κάθετα μέσα σε τρύπες σκαμμένες στο σκληρό έδαφος.

«Θα πρέπε να τους κάνεις μυτερούς στο πάνω μέρος σχολίασε δείχνοντας με τα μάτια τον μικρό σωρό κορμών που περίμενε δίπλα τους «Να σκάψεις μια μικρή τάφρο εξωτερικά και να τους καρφώσεις με κλίση προς τα έξω»

Και τότε την είδε να γελά. Ένα αυθόρμητο κελαρυστό γέλιο που μεταμόρφωσε το πρόσωπο της και έκανε τη καρδιά του να κλοτσήσει για λίγο ανάποδα.

Η Μία κατέβηκε από τη πέτρα και ακούμπησε τη σφύρα κάτω στηρίζοντας στο στειλιάρι τα χέρια της. Χαμογελούσε ακόμα καθώς μίλησε

«Δε θέλω να κρατήσω στρατό απέξω, μονάχα τα αρπακτικά του δάσους»

Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος βλοσυρός μη βρίσκοντας κάτι να απαντήσει.

«Δεν θα τα έβγαζες πέρα μαζί του σε μάχη» μπήκε στη παρέα ο Κέργκεν και η Μία του απάντησε παρατηρώντας σκεφτική το ψηλό δυνατό άντρα μπροστά της.

«Εσύ λύσσαξες να μην τον σκοτώσω, τώρα τι ζητάς;»

Μα αν υπήρχε κάτι που να τη φόβιζε δεν είχε να κάνει με τη σωματική ρώμη και τη πιθανή δεξιοτεχνία του σε αναμέτρηση. Είχε να κάνει με αυτά τα μάτια που δεν μπορούσε να διαβάσει. Με αυτά τα όμορφα δυνατά δάχτυλα, τα σαρκώδη χείλη μισοκρυμμένα στα γένια του, το πλατύ φουσκωμένο θώρακα, τα δυνατά μπράτσα και τη στιβαρή κορμοστασιά.

Είχε να κάνει με ορμές που η Μία δεν θυμόταν πως υπάρχουν πια.

«Είμαι η Μέρφια» συστήθηκε ατρόμητη και είδε σαρκασμό να χαράζει το σκληρό αρρενωπό πρόσωπό του.

«Και εγώ ο Αλεντάϊ, γνωστός τροβαδούρος» της είπε «να σου παίξω κάτι;»

Εκείνη ξαναγέλασε ψεύτικα αυτή τη φορά

«Πώς βρέθηκες εδώ;» ξαναρώτησε ήσυχα

«Κατά λάθος»

«Έλα!» αναφώνησε δήθεν ξαφνιασμένη «Διέσχισες το Δυτικό άκρο του Κόργουελ, απροσπέλαστο ακόμα και από τους πιο απελπισμένους χάριν λάθους;»

«Και εσύ Μία Μορντού;»

Μα εκείνη δεν τα έχασε. Προφανώς γνώριζε καλά ποια ήταν, προφανώς ο Πατέρας είχε κάνει λάθος ξανά.

«Ποια απελπισία έσπρωξε εδώ τη κόρη του Κέργκεν;»

«Ρώτα τη λατρεμένη σου βασίλισσα» σφύριξε περιφρονητικά μέσα από τα δόντια της.

Ο Αλεξέϊ διασκέδαζε μυστικά, η μικρή δεν τον είχε αναγνωρίσει μα εκείνος τη θυμόταν πολύ καλά. Για την ακρίβεια, δεν την ξέχασε ποτέ.

Πριν δεκαπέντε χρόνια είχε δει πρώτη φορά το έφηβο αγοροκόριτσο σκαρφαλωμένο σε ένα δέντρο. Νόμιζε πως κανείς δεν το είχε πάρει χαμπάρι καθώς κρυφοκοίταζε τους άντρες να ασκούνται.

Αρχική αν και λαθεμένη εντύπωση τότε ήταν πως η μικρή έπαιρνε μάτι τα ημίγυμνα αντρικά κορμιά όπως όλες οι συνομήλικες της. Μα δεν ήταν η λαγνεία ή ο ανώριμος ερωτισμός που την ανέβασαν εκεί.

Η δεύτερη κόρη του Κέργκεν είχε βρει και ένα κρυφό από όλους εκτός του Αλεξέϊ μέρος για  εξάσκηση. Την παρακολουθούσε κι ίδιος τότε μυστικά να ξεσηκώνει κόλπα και να αρνείται την αρχοντική γυναικεία ταυτότητα της. Εξάλλου η καλλονή της οικογενείας ήταν άλλη.

Η Άρντεν. Με την ψιλόλιγνη κορμοστασιά, τα λεπτά κρινοδάχτυλα, τα γαλανά μάτια και τα μακριά ξανθά μαλλιά. Μια χαριτωμένη ευγενής νεράιδα ντυμένη σε μετάξι και χρυσό. Με τρόπους και χαμηλή στοργική φωνή γεμάτη καλοσύνη και ενδιαφέρον.

Ένας λύκος που ξεγέλασε τους πάντες, μέχρι και εκείνον.

Η Μία ήταν το άλλο άκρο. Ολοφάνερα δεν είχε πάρει από τη γενιά της μητέρας της, αυτό μονάχα η Άρντεν το είχε κληρονομήσει. Η δευτερότοκη ήταν πιο κοντή με φαρδύ παράστημα και καστανά χαρακτηριστικά.

Φωνακλού, παράτολμη, ευγενής και ήσυχη μονάχα όταν δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Η μεγάλη αδερφή συνεχώς της έκανε παρατηρήσεις για το φέρσιμο, το ντύσιμο και τα έντονα χαρακτηριστικά της. Έλεγε πως η μητέρα πέθανε πάνω στη γέννα άσκοπα καθώς αυτό το πλάσμα δεν ήταν άξιο για το όνομα Μορντού.

Μα η Μία δεν έδινε σημασία. Η Μία τολμούσε να πει τη γνώμη της όταν έβρισκε άδικο τον πατέρα και δεν δίσταζε να τα βάλει μαζί του. Η Μία δεν υποκρίνονταν σαν την Άρντεν, ήταν γνήσια, αληθινή, ανθρώπινη γεμάτη πάθος και ιδέες. Η Μία ήταν η μόνη που αγαπούσε πραγματικά τον Μαύρο Δράκο. Η μόνη που προσπάθησε να σώσει τον Κέργκεν ακόμα κι όταν ο ίδιος, ελεεινός και ποτισμένος από την μαγεία της Άρντεν στάθηκε αμέτοχος μπροστά στη δολοπλοκία, στο φόνο. Δεν συμμετείχε αλλά δεν έκανε τίποτε για να το αποτρέψει. Ήταν το ίδιο ένοχος λοιπόν.

Η Μία μόλις έσωσε τον ανόητο Αλεξέϊ από την Άρντεν. Της γλυκιάς Άρντεν που μπροστά έλεγε σε όλα ναι, που του έταξε τον ουρανό με τα άστρα ψιθυρίζοντας στο αυτί του με κείνη τη μελιστάλαχτη φωνή κάτω από το φως των αστεριών. Που βρώμισε τη φήμη του Κέργκεν κι από ήρωα τον παρουσίασε ως βάρβαρο κτήνος καθώς τον σαγήνευε με τα μικρά φωτεινά της μάτια. Μάτια και λόγια γεμάτα ψέματα που ο τρελός πίστεψε χωρίς να εξετάσει τις ώρες που νόμισε πως η πρωτότοκη του ανήκει, Τις ώρες που θόλωσε με την δήθεν αγάπη της.

Την άφησε να τον ξελογιάσει, έγινε άτιμος στο όνομα μιας λαγνείας που η Άρντεν δοκίμαζε ωμά σε όποιον πίστευε πως θα της φανεί χρήσιμος. Αλεξέϊ ο μεγάλος, Αλεξέϊ ο προδότης να στέκεται τώρα απέναντι σε δύο μεγάλα καστανά μάτια, τα μάτια του Κέργκεν καθώς η Μία τον θύμιζε τόσο πολύ.

Ζαλίστηκε, έγειρε μπροστά μα εκείνη βρέθηκε κοντά του. Στήριξε το βάρος του με θάρρος, τον βοήθησε να ξαπλώσει πάλι.

«Δεν έπρεπε να σηκωθείς» είπε αυστηρά καθώς τον σκέπαζε «με σκοτώνεις αύριο, δεν χάλασε ο κόσμος με μια μέρα!»

Έπιασε το χέρι της και το σφίξε με θέρμη. Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια που τόση ώρα απέφευγε και σκέφτηκε πως θα δίνε τα πάντα για να μπορούσε να μαντέψει τι κρύβουν.

«Με λένε Αλεξέϊ» της είπε και τον πίστεψε

«Ξεκουράσου» του απάντησε και έκανε να φύγει μα το μεγάλο δυνατό χέρι την κράταγε ακόμα εκεί.

«Δεν με έστειλε η αδερφή σου, δεν ξέρει καν ότι γλίτωσες»

Του χαμογέλασε θλιμμένα


«Μακάρι να σε πίστευα. Κοιμήσου τώρα»
Ελευθέρωσε αποφασιστικά το χέρι της και βγήκε έξω σαν να την κυνηγούσαν.

Αστείο τι μπορεί να θυμηθεί καμιά φορά το μυαλό. Τρεις μέρες τώρα έσπαγε το κεφάλι της. Σκάλιζε βαθειά στη μνήμη σε σημείο που το κρανίο πονούσε  έτοιμο να σπάσει  και δεν μπορούσε να τον εντοπίσει πουθενά. Και ξαφνικά όλα μπήκαν στη θέση τους. Θυμήθηκε γιατί το μυαλό της προτίμησε να τον ξεχάσει σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Θυμήθηκε αυτά τα μάτια, τη σκληρή μα και τόσο ζεστή ταυτόχρονα φωνή ειδικά όταν γινόταν βλοσυρή και αυστηρή.

Ήταν ο Αλεξέϊ. Άγνωστη η γενιά του, ο τόπος του. Μετά τα κατορθώματα του κανείς παρά μόνο μερικοί λακέδες πικρόχολοι στεκόταν να ρωτήσουν πούθε κρατά η σκούφια του.

Αλεξέϊ ο Κανένας.

Η ανδρεία και η ρώμη του έγιναν πρώτη φορά γνωστές στον πόλεμο με τους Τρόξιαν. Έπειτα από σκληρές μάχες πάντα με μπροστάρη τον Κέργκεν, αυτή η βάρβαρη φυλή εκτοπίστηκε μακριά από τα σύνορα του βασιλείου, πίσω από την άγονη οροσειρά Λέμες.

Ο νεαρός τότε πεζικάριος Αλεξέϊ, ηγήθηκε μιας επίθεσης που έκανε τη διαφορά σε όλη την πορεία προς τη νίκη: Ξεσήκωσε μερικά ακόμα χαμίνια σαν και λόγου του και πέρασε πίσω από τις εχθρικές γραμμές. Οι τρομεροί καταπέλτες που θέριζαν τους πολεμιστές του Κέργκεν καταστράφηκαν αλλά στοίχησαν τη ζωή στη μικρή παράτολμη ομάδα και μόνο εκείνος γύρισε ζωντανός.

Ο Κέργκεν, απλός πρίγκιπας τότε στην θέση του αρχι στρατηγού, ζήτησε να έρθει μπροστά του ο παράτολμος παρακατιανός στρατιώτης που αψήφησε εντολές και αποκόπηκε χωρίς άδεια από το βασικό σώμα των στρατευμάτων του Μαύρου Δράκου.

Αντί για την παραδειγματική τιμωρία του, ο τελευταίος αρσενικός γόνος Μορντού, έδωσε βαθμό και άλογο στον αυθάδη νεανία. Παρά την άγνωστη καταγωγή μπήκε στο επίλεκτο σώμα του Κέργκεν : Τους Μαύρους Καβαλάρηδες. Και από τότε μέσα σε λουτρά αίματος έχτιζε την φήμη του, την ανδρεία, το σεβασμό.

Όντας ο νεαρότερος ανάμεσα την ιεραρχία δεν πήρε ποτέ ηγετικό πόστο στα πρωτοπαλίκαρα του Μαύρου Δράκου.

Είχε νυχτώσει πια. Η Μία αποκαμωμένη παράτησε κάποτε τη δουλειά και άναψε φωτιά έξω όσο επικίνδυνο κι αν το θεωρούσε.

Ανησυχούσε  περισσότερο μέσα μαζί του ειδικά τώρα που οι μνήμες, οι εικόνες την χτυπούσαν απανωτά.

Δίπλα από το δεξιό τοίχο του σπιτιού, κάτω από το προκάλυμμα της στέγης που είχε στείλει επίτηδες δύο μέτρα πιο έξω για να κρατά στεγνά τα ξύλα του χειμώνα ήταν πια το μέρος που ξεκουραζόταν.

Από τότε που τον έφερε σπίτι, λαγοκοιμόταν το βράδυ εκεί μες το κρύο και την αγριάδα του δάσους αγκαλιά με τα στιλέτα της. Δεν είχε νόημα να βγάλει το σπαθί από την κρύπτη. Σε μια πιθανή αναμέτρηση μαζί του το μόνο που πιθανώς να την έσωζε ήταν κάποια ταχύτατη επίθεση από κοντά σχεδόν σώμα με σώμα.

Μα τώρα που όλο το κουβάρι της μνήμης κυλούσε ανέμελα στο μυαλό της κατάλαβε πόσο άχρηστα ήταν και τα στιλέτα και η ιδέα να τα βάλει μαζί του. Το πόσο άσκοπα έχανε τον ύπνο της τρείς απανωτές νύχτες, τέσσερις με τη σημερινή τουρτουρίζοντας μες τη ξυλιασμένη νύχτα.

Ξεπλύθηκε στα βιαστικά, ντύθηκε, κουκουλώθηκε και ξάπλωσε στο πρόχειρο στρώμα από ξερά χόρτα. Τα είχε απλώσει στη γωνία όπου σπίτι και τρία μέτρα ξύλινου τείχους ενώνονταν προσφέροντας το καλύτερο δυνατό σημείο.

Αν ο Αλεξέϊ αποφάσιζε να έρθει δεν είχε καμιά ελπίδα. Η σκύλα η αδερφή της είχε στείλει τον καλύτερο από τους Μαύρους Καβαλάρηδες.

Ω! Το Τάγμα της Τιμής. Οι Μαύροι Καβαλάρηδες!

Κρίμα να μη γεννηθεί  άντρας. Θα αναλάμβανε τη διοίκηση κληρονομώντας τη πανοπλία του Μαύρου Δράκου από τον Κέργκεν. Θα προλάβαινε να ξεκαθαρίσει το τοπίο από τους μετέπειτα αποστάτες, θα προλάβαινε να τον σώσει.

«Ήσουν μονάχα μια κόρη δεκαπέντε χρονών» έλεγε ξανά η μόνη συντροφιά της «Δε μπορούσα να σε αφήσω να μπεις στην Ακαδημία» εξηγούσε το Φάντασμα του Κέργκεν ακόμα μια φορά. «Με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα αγόρια που έμπαιναν στο Τάγμα είχαν επιλεγεί πριν καν γεννηθούν. Έτσι όρισε ο Προπάτορας Μορντού, έτσι συνέχισαν οι υπόλοιποι, έτσι πήρα τον Κανόνα κι εγώ………………»

Η Μία τραβούσε καλύτερα πάνω της τη μάλλινη κουβέρτα, σαν να παρακρύωνε απόψε. Μάλλον από την κούραση και την αϋπνία. Αύριο θα ήταν σίγουρα καλύτερα. Έτσι δεν είχε κουράγιο να φέρει αντίρρηση στη φωνή του Πατέρα που συνέχιζε αμετανόητα να αναπολεί παλιές ένδοξες μέρες.

Θυμόταν και η ίδια τα πορφυρο κόκκινα λάβαρα, τα μακριά δόρατα να αστράφτουν παραταγμένα στον ήλιο. Μα πιο πολύ από όλα θυμόταν τα λουριά με τα καμπανάκια.

Κάθε Πολεμιστής στο Τάγμα, ανάλογα με τα έργα του, έφερε τις λωρίδες Τιμής: Μικροσκοπικά καμπανάκια επάνω σε λεπτές δερμάτινες ζώνες.

Όσο πιο ισχυρός, τόσο περισσότερες κατείχε. Η πρώτη στο δεξί καρπό, η δεύτερη στον αριστερό, η τρίτη στον θώρακα, η τέταρτη στο κεφάλι του αλόγου. Υπήρχε και η ανώτατη Πέμπτη την οποία μονάχα ο Κέργκεν κατάφερε να αποκτήσει, περασμένη στο μέτωπο της περικεφαλαίας στην οικογενειακή πανοπλία του Μαύρου Δράκου.

Κάθε σετ είχε το δικό του μοναδικό ήχο. Μαγεία και τέχνη οδήγησαν σε ένα μεταλλουργικό θαύμα όπου μονάχα τρανοί πολεμιστές, σπουδαίοι ήρωες είχαν την δική τους ξεχωριστή μελωδία.

Ο Κέργκεν τιμήθηκε με την Πέμπτη όταν η Μία ήταν έξι χρονών, δεκατέσσερα χρόνια πριν τη στυγερή δολοφονία του. Τα καμπανάκια σώπασαν δια παντός…………..

Αναστέναξε καθώς αναπολούσε εκείνον τον μαζικό ήχο κάθε φορά που η Ακαδημία άνοιγε τις βαριές πύλες και οι Μαύροι Καβαλάρηδες εφορμούσαν για εκστρατεία.

Ήταν απίστευτο, ήταν θεϊκό, τα κουδουνίσματα μαζί με το ποδοβολητό των αλόγων, τα τριξίματα στις μαύρες και ασημένιες πανοπλίες, τις πολεμικές ιαχές και τα χλιμιντρίσματα. Η Άρντεν το έβρισκε φρικτό, η Μία πάλι κάπως έτσι υπολόγιζε πως ακούγεται η Αθανασία.

Κάθε μέλος, κάθε άντρας στο Τάγμα συνιστούσε δομικό λίθο στη μυθική Ακαδημία του Εκάστοτε Μαύρου Δράκου.

Και το τάγμα παρέμενε ανέγγιχτο, μυθικό μέχρι την «εκκαθάριση». Από ότι έμαθε αφότου η Άρντεν αυτό στέφτηκε βασίλισσα έδωσε τη διαταγή:

Οι καμπανούλες, τα μικροσκοπικά άνθη θανάτου του Μαύρου Δράκου να μην ακουστούν ξανά.

Οι λωρίδες με τα ασημένια καμπανάκια ξηλώθηκαν, ξεσκίστηκαν, έλιωσαν, καήκαν. Χάθηκαν για πάντα.

Η Σκύλα δεν άφησε πέτρα πάνω στη πέτρα. Ξεκλήρισε ολόκληρες οικογένειες που τόλμησαν να κρατήσουν το παραμικρό ενθύμιο από την εποχή του Κέργκεν. Βασάνισε, ανέκρινε, κομμάτιασε, κρέμασε κι αποκεφάλισε η  λυσσασμένη μέγαιρα όποιον νόμισε πως θα την οδηγούσε στην οικογενειακή Πέμπτη λωρίδα.

Η Μία χαμογέλασε μέσα στο νυχτερινό πυρετό της. Είχε προλάβει ευτυχώς. Όταν η Άρντεν δηλητηρίαζε σιγά σιγά το μυαλό αλλά και το σώμα του Πατέρα, εκείνη, η ταπεινή δευτερότοκη υπολόγιζε να βγάλει κρυφά από το Κάστρο την πανοπλία του Προπάτορα, τη στολή του Μαύρου Δράκου και το σπαθί που έφερε πια ο Πατέρας.

Ανήκαν στον Μέγα Κρέον, ιδρυτή του δέντρου Μορντού. Ο Θρύλος επέμενε πως ο Κρέον έφτιαξε την πανοπλία με το δέρμα του τελευταίου δράκου αφότου τον σκότωσε σε μια ηρωική αναμέτρηση. Εξού και το χρώμα, το όνομα και οι μαγικές ιδιότητες που την ήθελαν σχεδόν αδιαπέραστη από ατσάλι και σίδερο.

Περνούσε στον πρωτότοκο κάθε γενιάς. Μα ο Κέργκεν ατύχησε. Η μόνη γυναίκα που έκανε βασίλισσα του,  η πανέμορφη Τάρα πρόλαβε να του χαρίσει μονάχα δύο κόρες και πέθανε φέρνοντας στο κόσμο την Μία. Ανάμεσα σε παλλακίδες και αρχόντισσες που παρέλασαν από το κρεβάτι του, καμιά δεν κατάφερε να του κάνει τον πολυπόθητο γιό. Όχι κάποιον που να έζησε τουλάχιστον.

Η γλυκιά Άρντεν πριν ακόμα κλείσει τα δεκατρία είχε αρχίσει την «εκκαθάριση». Μυστικά και ύπουλα για την ώρα. Αμέτρητα τα μπάσταρδα και οι επίδοξες για τη βασιλική θέση που χάθηκαν.

Από σπαθί, από δηλητήριο, από δολοπλοκίες, από ξεκάθαρο μίσος.

Μονάχα η Μία είχε γνωρίσει το αληθινό πρόσωπο πίσω από την αγγελική μάσκα ομορφιάς. Η Άρντεν πέντε χρόνια μεγαλύτερη προσπάθησε να την πνίξει κάποτε στην λίμνη.

Μα είχε τον τρόπο της για όλα. Ο Κέργκεν αντί να διακρίνει το τέρας που ανέτρεφε με τα ιδιαίτερα προνόμια και τα κομπλιμέντα, θεώρησε πιο λογικό να κολλήσει τη ρετσινιά στη δευτερότοκη:

Ήταν απρόσεχτη, αυθάδης, επιρρεπής σε ατυχήματα, απείθαρχη και κατηγορούσε για όλες τις κατεργαριές της την μεγάλη και πάντα σεμνή κόρη. Ένα αλητάκι γεμάτο αλαζονεία και ψευτιά, ένα αχρείαστο αδύναμο κλαδί στους Μορντού που στοίχησε τη ζωή στην πολυαγαπημένη του Τάρα.

Δάκρυα κυλούσαν τώρα βουβά από τα μάτια της.

Κορόιδευε τόσα χρόνια τον εαυτό της.

Ο Κέργκεν ποτέ δεν της δίδαξε τίποτε. Δεν της μιλούσε καν, σαν να μην υπάρχει. Όλη τη τέχνη του πολέμου την έμαθε απλά παρατηρώντας και θαυμάζοντας τον Μεγάλο Άντρα που όλη του η στοργή και αγάπη προοριζόταν για την  Άρντεν. Τη νεράιδα που ήταν ολόιδια με την πεθαμένη γυναίκα του.


Η Μία μεγάλωνε μόνη μέσα στην αγωνία και την απόρριψη. Μεγάλωνε κατά λάθος σαν σκυλί που κάποτε κάποτε κάποιος θυμόταν να του ρίξει μια μπουκιά ψωμί. Δεν είχε ποτέ τα φορέματα, τα λούσα, τις περιποιήσεις και τους τίτλους της Άρντεν. Σε μεγάλες γιορτές δεν ήταν καν καλεσμένη, μεγάλωνε λοιπόν σαν το βρώμικο μυστικό που κρύβει κάθε καλό σπίτι.

Κατάλαβε σύντομα πως δεν θα γινόταν πότε όμορφη σαν τη μεγάλη αδερφή. Κατάλαβε πως τελικά δεν της αρέσουν τα μετάξια και τα διαμάντια. Προτιμούσε να βλέπει το  Τάγμα σε εκπαίδευση παρά να μαθαίνει άρπα και κανόνες καλής συμπεριφοράς.

Στα δώδεκα δεν ήξερε ποιο πιρούνι έπρεπε να διαλέξει για το φρούτο και ποιο για το ψάρι. Ήξερε όμως τι όπλο έπρεπε να διαλέξει ανάλογα τη μάχη. Καθώς κανείς δεν της έδινε ιδιαίτερη σημασία, ήταν πανεύκολο να τρυπώνει παντού και να εξασφαλίζει όσα της στέρησαν. Από τροφή μέχρι ελαφρύ οπλισμό. Όμως δεν περιοριζόταν στα υλικά αγαθά. Τις περισσότερες νύχτες ρουφούσε λόγια από τις διηγήσεις που αντάλλασσαν οι μεγάλες κεφαλές του Τάγματος. Ονειρευόταν μάχες και άθλους, ονειρευόταν να κάνει μια μέρα περήφανο τον Πατέρα και δεν τα κατάφερε ποτέ.

Ήταν λίγο πριν τα είκοσι της χρόνια που ο Κέργκεν αρρώστησε ξαφνικά. Στην αρχή ένιωθε αδύναμος.

«Ξεκουράσου Πατέρα» είπε γλυκά η Άρντεν μα η δευτερότοκη αθέατη τα άκουγε και τα έβλεπε όλα μέσα από τις σκιές. Κι όσα έλειπαν δεν ήταν δύσκολο να τα μαντέψει.

Η Άρντεν δε μπορούσε να το αναβάλει άλλο. Ο πρώτος της άντρας πέθανε ξαφνικά πριν τρία χρόνια. Η περίοδος πένθους είχε περάσει και ο Πατέρας την πίεζε να διαλέξει τον επόμενο βασιλιά. Μα εκείνη δε σκόπευε να γίνει δούλα και κυρά στο ίδιο της το βασίλειο, απλά κάποια που θα φορά το στέμμα και η εξουσία να περάσει σε κάποιον που δεν είναι καν Μορντού!

Το βασίλειο θα γινόταν δικό της. Και εφόσον ο γέρο Βασιλιάς δεν είχε το θάρρος να σπάσει την παράδοση και να τη στέψει μονάρχη θα φρόντιζε η ίδια γιαυτο.

Ο πρώτος άτυχος σίγουρα βρήκε θάνατο από δικό της χέρι. Κέρδισε μερικά χρόνια και τώρα ο ξεκούτης επέμενε να τη ζευγαρώσει ξανά; Είχε έρθει η σειρά του λοιπόν.

Μέσα σε λίγους μήνες η Μία παρακολουθούσε ανήμπορη τη διχόνοια να κατατρώει το βασίλειο. Πολλοί πρόθυμοι βρέθηκαν, πιστοί της σκύλας, να βγάλουν τρελό και ανήμπορο τον ανίσχυρο πλέον Κέργκεν.

Ο ένας μετά τον άλλον από τους προσφιλείς συμπολεμιστές του πέθαναν σε μυστήρια ατυχήματα ή εκτελέστηκαν με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Όλο το επιτελείο του Μαύρου Δράκου ξεκληρίστηκε και οι δικαιοδοσίες πέρασαν πια στα χέρια της Άρντεν.

Αμφιβολία και τρόμος σάρωσαν την αυλή. Όλοι καταλάβαιναν πια το τέρας που κρυβόταν πίσω από την χάρη της σεμνής κόρης μα κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει.

Η Μία δεν κοιμόταν πια. Ζούσε με τον φόβο πως η ώρα της είχε φτάσει. Δυο φορές δοκίμασαν να την πνίξουν στο κρεβάτι της. Η Άρντεν σκότωσε πριν εξετάσει. Όποιος τολμούσε να πειράξει την οικογένεια της, τον περίμενε γοργός θάνατος. Πόσους τέτοιους βολικούς σκοτωμούς χρεώθηκε η Μία; Πόσοι δήθεν δοκίμασαν να τη βλάψουν και βρέθηκαν στη πυρά με συνοπτικές διαδικασίες; Πόσοι ήταν εκείνοι που θα δοκίμαζαν να τη σκοτώσουν; Δεν τολμούσε πια να μετρήσει.

Πανικός, τρέλα…. Τα γαλανά του μάτια την βγάλαν τρελή και ψεύτρα, ζηλιάρα……..Κι ο Πατέρας να αργολιώνει στο κρεβάτι του ανίδεος για όλα αυτό το χάος. Ένα λείψανο που αργούσε να χωθεί στο μνήμα.

Μοναξιά, φρίκη….. Δεν έτρωγε ούτε έπινε τίποτε στο κάστρο. Εξάλλου από τα δεκαπέντε μπαινόβγαινε αθέατη βρίσκοντας στο δάσος ή στη πόλη ότι χρειαζόταν ενώ παράλληλα φυγάδευε ότι θα της χρειαζόταν. Κάποτε ήρθε η στιγμή που έπρεπε να βγάλει και τον εαυτό της από εκεί.

ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΜΕΡΟΥΣ
Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 2ο Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 2ο Reviewed by George S on 11:00 π.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.