Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 3ο

Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος τρίτο - Γράφει η Κατερίνα Καρυώτη

Ο Πατέρας δεν είχε δύναμη ούτε να μιλήσει πια. Μέσα σε αυτούς τους μήνες της απόλυτης παράνοιας κατάφερε να του αγοράσει λίγη ελπίδα. Βαθειά μέσα στην ενδοχώρα ήξερε ότι θα υπάρχουν αντίδοτα. Για τρείς μέρες έσταζε κρυφά μερικές σταγόνες σε μια κούπα. Έπινε πρώτη καθώς στο δωμάτιο  υπήρχαν πάντα τα μαντρόσκυλα της Άρντεν και έπειτα ανασήκωνε μαλακά το γέρικο κεφάλι.


Το φάντασμα του Κέργκεν: Δες εδώ το πρώτο και το δεύτερο μέρος!!!

«Έλα Πατέρα, πιες μαζί μου» έλεγε αγνοώντας τις διαμαρτυρίες.

Το τέταρτο βράδυ η ίδια η Άρντεν ήταν μαζί τους. Ο γέρος όχι μόνο δεν έλεγε να ψοφήσει μα σήμερα το πρωί σηκώθηκε από το κρεβάτι υποβασταζόμενος από το αγριοκάτσικο.

«Έλα Πατέρα, πιες μαζί μου» είπε κι απόψε η Μία αψηφώντας τη ρητή εντολή της Βασίλισσας

«Πως τολμάς να με αγνοείς! Πετάξτε την έξω»

«Άρντεν!»

Όλοι πάγωσαν σαν ακούστηκε αυτή η δυνατή φωνή. Το αίμα των Μορντού είχε κάνει το θαύμα του, το αίμα του Κέργκεν νίκησε τον Χάρο.

«Έξω! Στα τσακίδια όλοι σας!»

Κανείς δε κουνήθηκε.

Τότε το λαβωμένο θηρίο βρυχήθηκε, πετάχτηκε πάνω, πέταξε τα στρωσίδια του, έβρισε, έσπασε, καταράστηκε, αναθεμάτισε. Άδειασε το δωμάτιο από το μίασμα.

Και πριν αποχωρήσει σεμνή και μεγαλοπρεπής η Άρντεν της έδωσε το τελεσίγραφο με μια και μόνη ματιά. Έπειτα από αυτό η Μία κατάλαβε πως ότι είχε να κάνει τελείωνε εδώ. Δεν απέμενε τίποτε άλλο πια.

Ο Πατέρας είχε πέσει στα τέσσερα αποκαμωμένος. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Η Μία τον σήκωσε απαλά και τα δάκρυα της γίναν ένα με τα δικά του. Ιδού ο Θρύλος, ο άνθρωπος που τα βαλε με όλο τον κόσμο χωρίς να χάσει ποτέ και ηττήθηκε από τη φιλοδοξία. Από τη μεγαλομανία μιας σκύλας που δεν κρατιόταν, έπρεπε να γίνει η ανώτατη πάντων αρχών.

Αγκαλιάστηκαν και έκλαψαν βουβά. Αγκαλιάστηκαν για πρώτη και τελευταία φορά.

Τον έβαλε να ξαπλώσει. Έμοιαζε έτοιμος να σπάσει, να σκορπίσει με το πρώτο φύσημα. Σκούπισε γλυκά τα μάτια του και έπιασε το κρασί τους.

«Έλα Πατέρα, πιες μαζί μου» είπε για στερνή φορά η Κόρη και ο Κέργκεν ρούφηξε την κούπα με μια ανάσα.

Σφούγγισε το στόμα με την αναστροφή της παλάμης και άφησε τη Μία να του χώσει κρυφά ένα μικροσκοπικό φιαλίδιο στον κόρφο.

Στάθηκε σαν μαγεμένος απέναντι στο συνωμοτικό της χαμόγελο, στάθηκε να κοιτάξει πρώτη φορά το παιδί του. Η Μία η άσχημη, η Μία η ατίθαση. Μα παρόλο που δεν διέθετε τα ασύγκριτα χαρακτηριστικά της Άρντεν, ποιος σατανάς είπε πως είναι άσχημο το σπλάχνο του;

«Ω θεοί!» μούγκρισε και νέα δάκρυα κύλησαν στα μάτια του. Θρήνος μαύρισε την καρδιά του.

Και η κόρη με τα μονίμως κοντοκουρεμένα μαλλιά, το λιτό στρατιωτικό ντύσιμο και τα πελώρια καστανά μάτια χάιδεψε το ζαρωμένο μέτωπο που έσταζε ιδρώτα. Χαμογέλασε καθησυχαστικά στον Πατέρα και ο Κέργκεν ο Τρομερός είδε επιτέλους. Είδε την ομορφιά της αγάπης.

«Αν είχα γιό, θα πρεπε να σουν εσύ» είπε

«Σσσσσς…..» αποκρίθηκε απαλά η κόρη σκεπάζοντας με το δυνατό χέρι το στόμα του και έδειξε τριγύρω με τα μάτια.

Ναι. Φυσικά. Μας ακούν. Τα ακούν και τα βλέπουν όλα.

«Φύγε παιδί μου» ψιθύρισε με σπαραγμό κοντά στο αυτί της και η Μία γύρισε αποφασιστικά στα μάτια του

«Ποτέ χωρίς εσένα»

Ο Κέργκεν κούνησε το κεφάλι

«Όχι. Έσφαλα, θα πληρώσω. Τρέχα μακριά. Φύγε!»

Εκείνη τη νύχτα η δευτερότοκη εγκατέλειψε για πάντα το κάστρο. Η Άρντεν ξαμόλησε τα μαντρόσκυλα της αρπάζοντας την ευκαιρία:

Οι εχθροί του βασιλείου σκότωσαν τη μονάκριβη αδελφή της, κανείς δεν θα μείνει ζωντανός!

Και η Μία ποτέ δεν ξεπέρασε το πιο δυνατό, το πιο φρικαλέο χτύπημα της διεστραμμένης αδερφής. Για μια και μόνη ζωή, την δική της χάθηκαν τετρακόσιες ψυχές.

Νέοι, γέροι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, μωρά από κούνια. Όλοι οι συνωμότες, όλοι οι εχθροί των Μορντού, οι δήθεν δολοφόνοι της δευτερότοκης.

Από τότε άνοιξαν οι πύλες της καταστροφής.
Η καχυποψία του κόσμου φούσκωσε σαν ποτάμι. Τα λιγοστά μέλη πιστά ακόμα στο Τάγμα εξεγέρθηκαν μπροστά στους ποταμούς από φωτιά και αίμα που σπάραζαν το βασίλειο.

Η μικρή επανάσταση όμως έληξε σύντομα και άδοξα. Χάθηκε σε κόκκινα λουτρά από αδίστακτα σπαθιά της «εκκαθάρισης» καθώς οι δολοφόνοι της Άρντεν είχαν φτάσει μέχρι το πιο απομακρυσμένο χωριό. Κατάσκοποι είχαν κερδίσει εμπιστοσύνη, είχαν ξεγελάσει τον αγανακτισμένο λαό.

Λύκοι ξαμολήθηκαν μέσα από τα πρόβατα, δεν έμεινε τίποτε όρθιο, τίποτε ζωντανό.

Μέσα από τα καπνισμένα ερείπια και τα χιλιάδες κορμιά που σάπιζαν πια παραδομένα στο δρεπάνι του Χάρου, γειτονικά βασίλεια άρπαξαν την ευκαιρία. Μαζική επίθεση πελέκησε τα σύνορα που με τόσο κόπο είχε ορίσει ο Κέργκεν.

Η φυγή της σήμανε το τέλος.

Ο Βασιλιάς δεν ήταν τόσο χάλια πια, ζήτησε να μπει στη μάχη. Βγήκε στον εξώστη και μίλησε στο λαό του. Υποσχέθηκε δικαιοσύνη, ειρήνη. Και οι απελπισμένοι τον πίστεψαν.

Τα καμπανάκια ήχησαν στερνή φορά καθώς το Τάγμα έφευγε για πόλεμο. Μα δεν ήταν κανείς τους εκεί. Όλοι οι συμπολεμιστές του Κέργκεν χάθηκαν στη προδοσία, στο θάνατο, στον ιστό της Άρντεν.

Ιδού ο Μαύρος Δράκος μπροστάρης σε πουλημένους με κουδουνίστρες, παράσημα για τη ρουφιανιά και την ατιμία. Γερασμένος, αδύναμος, αφανισμένος από τον χειρότερο εχθρό. Κείνον που κουφοβράζει, που τυφλώνει, μπερδεύει, σκοτώνει: την αγάπη. Η λατρεία στην Άρντεν έφερε στο χείλος του γκρεμού την οικογένεια Μορντού, το Τάγμα, το βασίλειο το ίδιο.

Μα ο Κεργκεν ο Τρομερός θα τα καταφέρει ξανά. Γλίτωσε το θάνατο από κρυφά μαντζούνια που πότιζαν μυστικά το νερό και το φαγητό του. Γλίτωσε σε τόσες μάχες από το σπαθί, θα τα καταφέρει και τώρα.

Η Άρντεν δε σταμάτησε το δηλητήριο επειδή τον λυπήθηκε, όσο για τη λεπίδα; Ήξερε καλά πως ο κόσμος αγαπούσε τον Κέργκεν, δεν θα τον άφηνε απροστάτευτο στη μάχη.

Έτσι ξαμόλησε και πάλι τα μαντρόσκυλα της. Παλιό και δοκιμασμένο: Ενέδρα. Μια άνανδρη παγίδα από τους «αιώνιους εσωτερικούς εχθρούς» των Μορντού, λίγα μόλις μέτρα από το σημείο που είχαν στρατοπεδεύσει, λίγες μόνο ώρες πριν αρχίσει η μάχη. Δεν την ένοιαζε αν θα χάσει όλο το βορειοδυτικό σύνορο, ο Κέργκεν πρέπει να πεθάνει!

Η Μία ντυμένη μυστικά σαν απλός πεζικάριος δεν πρόλαβε. Ο Βασιλιάς ξεψυχούσε την ώρα που λυσσασμένη από οργή ξεκοίλιαζε τους δολοφόνους του.

Πήρε στη λαχανιασμένη αγκαλιά τον Πατέρα. Το λεπίδι είχε σκίσει βαθειά μέχρι τις φωνητικές χορδές. Προσπάθησε να της μιλήσει και κόκκινες μπουρμπουλήθρες ξεχύθηκαν στο σημείο όπου το αδάμαστο αίμα Μορντού χάνονταν.

Δεν θυμόταν καν πως είχε βρει το άλογο μες τη νύχτα ούτε πως κατάφερε να φτάσει μέχρι το κρησφύγετο της. Νόμισε πως ήταν νεκρή και η ίδια, πως όλα αυτά ήταν τρομερά οράματα που χρησιμοποιούσε ο Χάρος για να τη ξεγελάσει καθώς την περνούσε στην άλλη πλευρά.

Έθαψε τον Πατέρα, καταχώνιασε τη πανοπλία και το ξίφος του Μαύρου Δράκου.

Έθαψε τη καταγωγή της, καταχώνιασε τη μνήμη, ξέχασε τον κόσμο και κούρνιασε για δέκα ολόκληρα χρόνια τον πόνο, τη μοναξιά και τη λύπη της εδώ.

Ο Αλεξέϊ βρήκε το κορμί  παγωμένο, τα μαλλιά και τα σκεπάσματα της πανιασμένα από τα δάκρυα. Τη σήκωσε στη δυνατή αγκαλιά του και πέρασε στο ζεστό σπίτι. Την απόθεσε στο κρεβάτι, τη σκέπασε και κάθισε δίπλα της.

Η Μία έκλαιγε ακόμα μέσα στο παραλήρημα της θύμησης με μάτια κλειστά. Το σώμα της τράνταζαν σπασμωδικοί λυγμοί, τα χείλη της μουρμούριζαν άγνωστες λέξεις. Ικεσίες, φρίκη, απόγνωση.

Χάιδεψε με τρεμάμενο χέρι το φλογισμένο πρόσωπο ανήμπορος να σκεφτεί κάτι καλύτερο. Ελεεινός και χαμερπής καθώς γνώριζε. Τιποτένιος και ανίσχυρος μπροστά το σιωπηλό κατηγορητήριο της δευτερότοκης.

Ποιος καταράστηκε τη γενιά των Μορντού; Ποιος διάολος έσπειρε τη σκρόφα σε γυναικεία μήτρα; Ποιος δαίμονας ανέθρεψε το φίδι; Ο Κέργκεν, εγώ ο Αλεξέϊ, οι τόσοι αφελείς θαυμαστές της, ο φόβος ο ίδιος.

Μέσα στα όνειρα της βρήκε επιτέλους την αιτία που το ξύλινο τείχος δεν προχωρούσε με τους επιθυμητούς ρυθμούς.

Το Φάντασμα του Κέργκεν γελούσε από τη γνωστή γωνιά του την ώρα που εκείνη ολοκλήρωνε το συμπέρασμα μέσα από μια παλιά εικόνα:

Πριν δεκαπέντε χρόνια περίπου και ανίδεη ακόμα για το βαθμό που άγγιζαν οι δολοπλοκίες της Άρντεν, περιδιάβαινε μυστικά στην πόλη έξω από το κάστρο. Κόσμος είχε μαζευτεί σιωπηλός σε ένα σημείο. Η έφηβη τότε δευτερότοκη χώθηκε ανάμεσά τους γεμάτη περιέργεια.

Πέντε – έξι ακέφαλα κορμιά σπαρταρούσαν ακόμα στη λάσπη.

Απανωτά χτυπήματα έστηναν όρθια χοντρά παλούκια.

Η Μία δεν έιχε δει από κοντά ποτέ τέτοια αγριότητα. Ούτε καν οι περισσότεροι ταπεινοί πολίτες του βασιλείου γνώριζαν. Ο Μέγας Κέργκεν είχε κρατήσει όλη την αιματοχυσία της δόξας του μακριά, πέρα στα σύνορα. Βασίλευε ειρηνικά και δίκαια. Μέχρι σήμερα…..

……..Ντάπ- Ντούπ…….

Μέσα στο μουδιασμένο πλήθος η Μία κράτησε την ανάσα της όταν το πρώτο κεφάλι μπήχτηκε με δύναμη στη κορυφή του πρώτου πασσάλου αφήνοντας ένα γλιστερό φρικώδη ήχο σαν να πριόνιζε κάποιος ζωντανά σπλάχνα με στομωμένο μαχαίρι.

……..Ντάπ- Ντούπ…….

Επόμενος πάσσαλος όρθιος και ένας γλοιώδης σφουγγοκωλάριος της σκύλας που διάβαζε σοβαρός το διάταγμα:

……..Ντάπ- Ντούπ…….

«Όλοι οι εχθροί του βασιλείου…..»

……..Ντάπ- Ντούπ…….

«….Όσοι τολμήσουν να πειράξουν την θεϊκή εξουσία Μορντού……»
Κι άλλο κεφάλι, κι άλλος πάσσαλος.
«Θα χουν αυτή την τύχη……»
……..Ντάπ- Ντούπ…….
«Δόξα Μορντού!»

Κι ένα παιδικό κεφάλι στη μακριά σειρά παλουκωμένων που ξεκίνησε εκείνη τη μέρα για πρώτη φορά στο Βασίλειο Μορντου. Γύρισε και έκανε εμετό. Ζήτησε έξαλλη εξηγήσεις από τον Πατέρα που δεν είχε ιδέα. Μα τα πλάνα μάτια γεμάτα αθωότητα, η ζεστή φωνή της Άρντεν εξήγησε τα ανομολόγητα.

……..Ντάπ- Ντούπ…….

Δεν είναι έτσι οι Μορντού ούρλιαξε στην αίθουσα του θρόνου, δεν θέλω να είμαι Μορντού αν έτσι πράττουν οι Μορντού!

……..Ντάπ- Ντούπ…….

Κανείς δεν στάθηκε να εξετάσει, κανείς δεν δοκίμασε να τη σταματήσει. Από τότε η μακάβρια σειρά μακραίνει….

……..Ντάπ- Ντούπ…….

Έφτασε μέχρι εδώ! Στην πόρτα της!

……..Ντάπ- Ντούπ…….

Όχι… Αυτό δεν ήταν μέσα από τα όνειρά της!

Πετάχτηκε έξω αλαφιασμένη και παραλίγο να μη γνωρίσει το μέρος στα τελευταία χρώματα της δύσης.

Ο θόρυβος από το παλούκωμα σταμάτησε μετά τη ορμητική έξοδο της. Μπροστά της το ξύλινο τείχος είχε σχεδόν τελειώσει και μάλιστα χωρίς κεφάλια να στολίζουν τη κορυφή των πασσάλων.

Γύρισε στα αριστερά της και βρήκε τον Αλεξέϊ να την παρακολουθεί ήρεμος. Τα πυκνά μαλλιά του ήταν πιασμένα πίσω, ιδρώτας γυάλιζε τον γυμνό κορμό του και το παντελόνι που με τόσο κόπο του χε καθαρίσει ήθελε ξανά πλύσιμο!

Η αθώα αγανάκτηση που γλύκανε το πρόσωπο της του φέρε γέλια μα για την ώρα τα κατάπιε.

«Πόσες μέρες με έχεις ναρκωμένη μπάσταρδε;» φώναξε και ήρθε με μεγάλα αδέξια βήματα κοντά του.

Άφησε το βαρύ σφυρί κάτω και αποκρίθηκε ήρεμα

«Κοιμάσαι από χτες το βράδυ που σε έφερα μέσα»
Η Μία στάθηκε για λίγο αναποφάσιστη, έπρεπε να βρει μια καλή αιτία για να θυμώσει και δεν άργησε να το κάνει

«Πως κατάφερες να βγεις και να ξαναγυρίσεις με τους κορμούς;»

«Αν εννοείς πως κατάφερα να περάσω τις παγίδες σου Μία, δεν ήταν δύσκολο. Παρά τις τότε φιλότιμες προσπάθειες μου, ακόμα δεν έμαθες να δένεις μια θηλιά της προκοπής»
Μα δεν ήταν λόγια αυστηρά τούτα.

Τα μάτια του γελούσαν μαζί της τώρα. Και η ατρόμητη δευτερότοκη που νόμισε ότι αντέχει τα πάντα πλέον, ένιωσε ανίσχυρη μπροστά στη δύναμη και την ομορφιά του.

Αλεξέϊ ο Γενναίος, Αλεξέϊ ο Κατακτητής.

Το αίμα των Μορντού χτύπησε ενοχλημένο στους κροτάφους της. Φλόγισε τα μάγουλα και φούσκωσε περήφανα την καρδιά της. Δεν ήταν πια το δεκαπεντάχρονο αγριοκάτσικο. Δεν ήταν το άμαθο κορίτσι που μπορούσε να γοητεύσει ο καθένας δοκιμάζοντας λίγη ψεύτικη τρυφεράδα.

Ήταν η Μία Μορντού! Ο γιός που στερήθηκε ο Κέργκεν.

Δεν φοβόταν, δεν υπολόγιζε κανέναν άνθρωπο. Ούτε τον πιο γενναίο, ούτε τον πιο ακαταμάχητο. Ούτε καν το κορμί της που λαχταρούσε λίγη αντρική συντροφιά!

Γέλασε για να ξορκίσει τη στιγμιαία αδυναμία της και ο Αλεξέϊ μπήκε τώρα στη θέση της. Ω θεοί! Έπρεπε να φτάσει στην άκρη του κόσμου για να συναντήσει τη ξεχωριστή γοητεία που έσβηνε η Μεγάλη της αδερφή. Μπορούσε να τη νιώσει τώρα κάτω από τις ευλογημένες μυρωδιές του δάσους, ένα παιχνιδιάρικο ζουμερό θηλυκό που θα μπορούσε να δαμάσει και τον πιο δυνατό άντρα στο κρεβάτι.

«Υποθέτω πως θα πρέπει να σε ευχαριστήσω» τον συνέφερε από λάγνες σκέψεις η σκανδαλιάρικη φωνή με τη σοβαροφανή χροιά.

Σήκωσε ξανά το βαρύ σφυρί και της γύρισε την πλάτη

«Τότε προσπάθησε να μαγειρέψεις κάτι της προκοπής» απάντησε με κρύα φωνή και η Μία δεν πρόλαβε να αντικρούσει την κοροϊδία του.

Ο γνωστός ροδαλός πισινούλης ξεφύτρωσε από το πουθενά. Το μικρό γουρουνάκι χώθηκε από το κενό που έμενε μέχρι να τελειώσει το τείχος και τράβηξε γραμμή να αποτελειώσει τον λαχανόκηπό της περνώντας ανάμεσα τους.

Ένα μυστήριο χαμόγελο χάραξε το στόμα της πριν μιλήσει

«Βρήκα τι θα σου μαγειρέψω….»

Τελείωναν το κρασί τους μέσα στη σιγαλιά της νύχτας. Η φωτιά τριζοβολούσε καθώς χυμοί από τα νεόκοπα κούτσουρα φουσκάλιαζαν στα μαυρισμένα ξύλα.

Χάζευε σκεφτική τις αδύναμες καπνισμένες φλόγες και λογάριαζε πως το φθινόπωρο είχε φτάσει χωρίς να προλάβει να στεγνώσει αρκετά ξύλα.

Λογικό. Παρά το πόσο προσεκτικά χειρίζονταν τις χειμερινές προμήθειες της, το περσυνό πλιάτσικο άφησε πολλά κενά.

Ξόδεψε τους μήνες που πέρασαν δίνοντας περισσότερη βαρύτητα στο να ασφαλίσει το μέρος παρά να το εξοπλίσει για το βαρύ χειμώνα.

Ο χρυσός που έβγαζε κάποτε από το κάστρο είχε εξαντληθεί σχεδόν τα τελευταία δέκα χρόνια. Εξάλλου δεν ήταν και κανένας τρανός θησαυρός.

Τα δέρματα και οι γούνες που πουλούσε εξασφάλιζαν σταθερά κάποια χρήματα μα όσο περνούσε ο καιρός η αξία τους έπεφτε. Ο κόσμος πιο πολύ πεινούσε παρά κρύωνε. Το κελάρι της ήθελε ακόμα πολλά πράγματα άρα έπρεπε να βγει ξανά σε κάποια πόλη. Να πουλήσει, να ανταλλάξει, να αγοράσει κι όλα αυτά με μύριες προφυλάξεις. Γιατί ο κόσμος που και κρύωνε και πεινούσε κυρίως έκλεβε, άρπαζε, σκότωνε. Οι δίκαιες και ειρηνικές μέρες του Κέργκεν ήταν πια ένα χαζό θολό όνειρο.

Το γουρουνάκι, νόστιμο τελικά το άτιμο, το είχε βρει από ένα γυρολόγο στις αρχές του δάσους. Δείγμα του βασιλείου: Ένας ρακένδυτος, τσιμπλιασμένος γέρος που δεν σταμάταγε να μοιρολογά για την αδικία που χτύπησε τον κλήρο της γενιάς του. Πως από μεγαλοτσιφλικάς κατάντησε ζητιάνος, πως τα παιδιά του τον έδιωξαν γιατί δεν ήξεραν πώς να ταΐσουν τα δικά τους παιδιά. Πως έπρεπε να πουλήσει το γουρουνάκι γιατί δεν έχει δυνάμεις  πια να το σφάξει, να μαζέψει ξύλα και να το ψήσει. Πως η μυρωδιά από κρέας, άγνωστη σχεδόν πια θα μαζέψει λεφούσια πεινασμένων που θα του το αρπάξουν…….

ΤΕΛΟΣ ΤΡΙΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ
Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 3ο Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 3ο Reviewed by George S on 11:00 π.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.