Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 4o

 Το φάντασμα του Κέργκεν - μέρος τέταρτο


«Πόσο καιρό έχεις να βγεις στον κόσμο;»


Δες εδώ τα προηγούμενα μέρη της ιστορίας!!!

Αναστέναξε καθώς συνήρθε από τις σκέψεις της. Σκέψεις που ακόμα εκείνος κατάφερνε να μαντέψει χωρίς καμιά δυσκολία, σαν να μην πέρασε μια μέρα.

Μα είχε μεσολαβήσει το χάος από τότε.

Τι θες βρε άνθρωπε νυχτιάτικα; Απόλαυσε το κρασί, την ήσυχη νύχτα και τη γεμάτη κοιλιά. Ποτέ δεν ξέρεις πόσο διαρκούν τέτοιες μικρές ευτυχίες.

Μόρφασε λιγάκι γιατί ήξερε τι θα ακούσει. Βολεύτηκε καλύτερα στο κιλίμι της καθισμένη πλάι στη φωτιά.

Ο Αλεξέϊ τη κοιτούσε από ψηλά έχοντας απλώσει νωχελικά το κορμί του στη μοναδική καρέκλα πίσω από το τραπέζι με τα μισό άδεια πιατικά.

Ρούφηξε λίγο από την κούπα της και ρώτησε κάποτε βαριεστημένα

«Γιατί; Έχασα τίποτε συνταρακτικό;»

«Η αδερφή σου….» άρχισε προσεκτικά εκείνος «έχει τρελαθεί εντελώς πια». Ήξερε πολύ καλά που θα οδηγούσε μια τέτοια κουβέντα. Όλη μέρα βυθισμένος στη σιωπή του όμως είχε πάρει απόφαση να την κάνει με όποιο κόστος.

«Τρελή ήταν πάντα» απάντησε μισό αστεία μισό σοβαρά εκείνη και κάρφωσε τα μάτια της προκλητικά στα δικά του μα εκείνος ατάραχος συνέχισε.

«Πριν μια βδομάδα άκουσα πως πήγε να μαχαιρώσει τον ίδιο της τον άντρα όταν της είπε πως οι Τρόξιαν ξανάρχισαν επιδρομές σε απομακρυσμένα χωριά. Οι πρόστυχες συμφωνίες της προφανώς δεν τους αρκούν πια»

Για την ώρα προτίμησε να μη χαλάσει την βραδιά της. «Κρίμα που δεν τον πέτυχε! Αυτό θα ήταν καλή είδηση!» σχολίασε χασκογελώντας.

Μα ο Αλεξέϊ σοβαρός και αυταρχικός, πιο σκληρός από ποτέ συνέχισε

«Ο κόσμος δεν αντέχει άλλο τους φόρους» έγειρε πάνω από το κεφάλι της χωρίς να διασκεδάζει καθόλου « Τα παιδιά και οι γέροι πέφτουν σκελετωμένοι στους δρόμους από την πείνα. Θες να ακούσεις το τελευταίο που σκαρφίστηκε για να εξασφαλίσει τα λούσα της; Παίρνει με διαταγή ένα παιδί από κάθε οικογένεια και το πουλά για λίγο μετάξι πορνεία της Στυγλίας.

Έκανε μια μικρή παύση βλέποντας τη να ρουθουνίζει θυμωμένα  μα εκείνη δεν αποκρίθηκε και έτσι συνέχισε:

«Στέλνει στον πόλεμο αμούστακα αγόρια αφήνοντας έδω τα μαντρόσκυλά της να κλέβουν, να βιάζουν , να ρημάζουν και να ξεκοιλιάζουν ελεύθερα. Κανείς δεν τολμά πια να….»

Η Μία τινάχτηκε όρθια και πέταξε την κούπα της κάτω. Ο πηλός θρυμματίστηκε και το χυμένο κρασί άρπαξε φωτιά πάνω στις πλάκες δίπλα στα πόδια της.

«Αυτά να τα σκεφτόσουν όταν της έκανες τα γλυκά μάτια!» ούρλιαξε έξαλλη πια και άρπαξε το κανάτι από το τραπέζι.

Για μια στιγμή ο Αλεξέϊ νόμισε πως θα του το φέρει στο κεφάλι μα εκείνη ξέπλυνε με το νερό τις φλόγες και το βρόντηξε ξανά στο τραπέζι συνεχίζοντας

«Όταν έσφαζες για χάρη της αθώους με την ελπίδα να κοιμηθείς μαζί της δε σε ένοιαζε!» Το τραπέζι γύρισε καθώς τινάχτηκε όρθιος

«Δεν έσφαξα ποτέ αθώους αγριοκάτσικο!» φώναξε με τη σειρά του «πολεμούσα στα σύνορα τόσα χρόνια για να προστατέψω το βασίλειο του Κέργκεν, το βασίλειο σου!»

Η Μία τον χαστούκισε με οργή μα πριν προλάβει να συνεχίσει, ο Αλεξέϊ σφράγισε τους καρπούς τις μέσα στις δυνατές παλάμες του.

«Πολύ που νοιάστηκες για τον Κέργκεν σκύλε!» συνέχισε κείνη να παλεύει ουρλιάζοντας υστερικά. «Πολύ που νοιάστηκες για τους Μορντού, για το βασίλειο μου δειλέ υποκριτή!»

Την ταρακούνησε για λίγο πέρα δώθε για να σταματήσει μα η Μία μόλις άρχιζε

«Μονάχα να γλείφεσαι στα πόδια της είσαι ικανός, άφησε με!»

Ο Αλεξέϊ σιωπηλός την άφησε να χτυπιέται, σαν πουλί πιασμένο σε γερό δόκανο. Την άφησε να τα πει όλα, να ξεσπάσει. Είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει.

«Ήρθες δήθεν τυχαία εδώ, τάχα εξόριστος; Μη μου πεις, διέταξε και τον δικό σου θάνατο η Καλή σου η Νεραΐδα; Μπούρδες!»

Τον έφτυσε στα μούτρα λαχανιασμένη. Δεν είχε νόημα να παλεύει. Ήταν πιο δυνατός από ποτέ, ήταν ήρεμος, ατάραχος. Κυρίαρχος όπως τότε. Ήταν βράχος και εκείνη απλά κύμα που σκάει και χάνεται.

«Πριν με σκοτώσεις σου ζήτησε να μάθεις αν ετοιμάζω καμιά επανάσταση;» Ρώτησε πιο ήσυχα παλεύοντας να φτάσει την ανάσα της που κάλπαζε «Καμιά εξέγερση; Δεν βρίσκει καλύτερη αφορμή για να σφάξει όσους τυχόν γλίτωσαν και θυμήθηκε ότι μπορώ να της ξεκινήσω πόλεμο;»

Τότε ο Αλεξέϊ γέλασε πρόστυχα «Σιγά μην έχεις κότσια αγριοκάτσικο για κάτι τέτοιο!»

Τον έφτυσε ξανά και το χέρι του έσφιξε τώρα το σαγόνι της

«Αν το ξανακάνεις» αποκρίθηκε πνιχτά «θα φας το ξύλο της χρονιάς σου!»

«Άφησε με!» φώναξε ξανά εκείνη πιο πολύ λυπημένη παρά έξαλλη πια «Αν ψάχνεις για ήρωες, τράβα έξω, στη πέτρα δίπλα από το άλογο. Ξέθαψε τον Κέργκεν ή ότι απέμεινε από αυτόν και ξεκίνα τον πόλεμο σου. Ποιος πήρε τη θέση σου κουτάβι και θυμήθηκες πως η Αρντέν είναι δαίμονας τώρα που δεν σε έχει στην εύνοια της;» πάλευε ξανά με κλοτσιές και τινάζοντας όλο της το κορμί σαν ελατήριο.

Μπορούσε να της πει να βγάλει τον σκασμό. Να της ουρλιάξει την αλήθεια του, να της πει ότι κάνει λάθος, να της πει να το βουλώσει, να τη σφαλιαρίσει μέχρι να πάψει να πετά πρόστυχες ψευτιές.

Όχι βέβαια, είχε πιο διασκεδαστικό για να καλμάρει τα νευράκια και τις γυναικείες υστερίες.

Ζούληξε το κεφάλι της στο δικό του, ένωσε τα στόματα τους και η μικρή αυθάδικη γλώσσα τα χάσε προς στιγμήν. Το κορμί της χαλάρωσε και το μόνο που σκεφτόταν ο Αλεξέϊ ήταν πόσο γρήγορα μπορούσαν να ξεντυθούν.

Ο διαπεραστικός πόνος από το δάγκωμα και η γονατιά στην ευαίσθητη περιοχή όμως του άλλαξαν τα φώτα και διέλυσαν με τη μια την ψευδαίσθηση του πως τίποτε δεν έχει αλλάξει.

Το αγριοκάτσικο άρπαξε την ευκαιρία και βρέθηκε σαν αερικό μακριά του.

Με το αίμα να κυλά φρέσκο στο στόμα του άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο πριν δει το σπαθί του να τους χωρίζει. Η κοφτερή μύτη του λίγα μόλις χιλιοστά μακριά από την κοιλιά του, η λαβή στα χέρια της που δεν έτρεμαν καθόλου ούτε από το βάρος του ξίφους ούτε από κανένα δισταγμό.

Και μόνο τότε ο Αλεξέϊ ο Κατακτητής κατάλαβε πως μπροστά του δεν είχε πια κανένα αγριοκάτσικο. Μπροστά του είχε μια τρομερή γυναίκα που έβραζε από θυμό καθώς έκλαιγε.

«Καταραμένε μπάσταρδε!» φώναξε με λύσσα « Σε έφτυσε η Μεγάλη αδερφή και θα πάρεις ξανά τη δεύτερη; Πόσο ελεεινός μπορείς να γίνεις ακόμα δείγμα άντρα;»

«Μία….» είπε όσο πιο ήσυχα μπορούσε και δοκίμασε να κάνει μισό βήμα.

Το βαρύ ξίφος όμως χάραξε ένα ταχύ κύκλο μπροστά στα σωθικά του και τότε κατάλαβε πως το αίμα του Κέργκεν τελικά ήταν ικανό για όλα.

«Ξεφτιλισμένε…» μίλησε πιο καθαρά η Μία « Αυτό είναι το ευχαριστώ που δεν σε άφησα στους λύκους. Ήρθες εδώ και μου προσφέρεις τι; Τι;!»

«Μία…»

«Σκασμός ύπουλο φίδι! Πας να με γεμίσεις με τύψεις, με ευθύνες! Πάρε τα δώρα σου και ξεκουμπίσου, δεν χρειάζομαι ούτε τον έρωτα ούτε τον πόλεμο που μου φέρνεις! Ήταν τότε που τα χρειάστηκα και τα δωσες σε κείνη!»

Σήκωσε τα χέρια του με ανοιχτές παλάμες και μίλησε αργά

«Άκουσε, ο κόσμος εκεί έξω υποφέρει…»

«Ενώ εγώ καλοπερνώ! ΜΑ την πίστη μου πάψε! Μη μιλάς θα σε σκοτώσω!»

«Όχι» είπε ήρεμος « Θα με ακούσεις, ήταν οι Μορντού που έφεραν τον όλεθρο, εσύ πρέπει να το διορθώσεις!»

«Σκάσε!» ούρλιαξε ξανά εκείνη μα ο Αλεξέϊ ύψωσε τη φωνή του πάνω από τη δική της

« Ο θρόνος πρέπει να πάει σε σένα! Αν μάθουν ότι ζεις όλο αυτό θα τελειώσει!»
Και τότε εκείνη ξέσπασε σε νευρικά γέλια αφήνοντας τον άναυδο. Πέταξε το σπαθί του κάτω

«Για φαντάσου!» είπε σε λιγάκι ήρεμη πλέον «Από ζητιάνα βασίλισσα. Είσαι πιο καλός σαν τροβαδούρος παρά σαν ιππότης. Τα παραμύθια σου μέχρι κι εμένα κόντεψαν να συγκινήσουν!»

Πισωπάτησε προς την πόρτα και ξεκρέμασε τον μανδύα της «Τότε…» απόσωσε σκληρά τραβώντας το τόξο και τη φαρέτρα «τώρα σκάρτε γερασμένε πολεμιστή της δεκάρας σου χω νέα: Αν σε βρω εδώ το πρωί θα σε στείλω παρέα με τα υψηλά ιδανικά σου στον Πατέρα»

Εκείνος παρέμεινε στη θέση του καθώς την είδε να φεύγει. Ήθελε να τρέξει πίσω της, να τη κάνει να καταλάβει. Μα δεν ήταν στο τότε όπως πολύ σωστά είπε και η ίδια. Δεν είχε καμιά δύναμη πάνω της. Λογικό με όλα αυτά που έπραξε, με όλα κείνα που δεν έκανε. Ήταν μόνος λοιπόν ξανά. Η οικογένεια Μορντού σκότωσε πάλι τις ελπίδες του.

Ο κόσμος θα γινόταν ακόμα χειρότερος, γιατί να τον νοιάξει; Από χρόνια είχε πάψει να τον νοιάζει. Από τότε που νόμισε πως το αγριοκάτσικο χάθηκε.

Πήγε και σήκωσε αργά το σπαθί του από κάτω. Τα μάτια του καθρεφτίζονταν στην λάμψη του. Κάποτε σε τούτο το ατσάλι ορκίστηκε πίστη και τιμή. Κάποτε είχε νόημα να πολεμάει για την δικαιοσύνη. Η Άρντεν τα έσβησε όλα, ο θάνατος του Κέργκεν πήρε μαζί την όποια ελπίδα και ο Αλεξέϊ ο Κανένας λούφαξε στη γωνιά του, άφησε τα πράγματα να τρέξουν χωρίς να τον ενδιαφέρει.

Το πρόσωπό του στράφηκε απότομα προς την πόρτα.

Ναι, έτσι ήταν. Σκάρτος, ελεεινός και προδότης ώσπου μια μέρα ξύπνησε με αηδία και κατάλαβε πως αυτό το βασίλειο δεν του ταιριάζει. Και τώρα που την βρήκε ξανά, τώρα που όνειρα και ελπίδες γέμισαν την άδεια του καρδιά, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε.

Και λοιπόν; Κείνος δεν θα χαθεί κι ας πάνε όλα κατά διαόλου.

Αλεξέϊ ο Κανένας

 Αλεξέϊ ο Γενναίος

 Αλεξέϊ ο  Αδιάφορος

Αλεξέϊ, Αλεξέϊ……………………

Σκαρφαλωμένη πάντα στην ασφάλεια των δέντρων είδε τον πρώην παλατιανό να χάνεται στο βαθύ μαύρο  της νύχτας και η καρδιά της πετρωμένη από χρόνια πονούσε.

Πονούσε όπως τη μέρα που χάθηκε ο Πατέρας.

Πονούσε όπως τότε που τα λεπτά χέρια της Άρντεν πίεζαν σταθερά το κεφάλι της μέσα στο νερό μετατρέποντας το παιχνίδι σε τρόμο.

Ήταν η πρώτη φορά που άγγιξε τον κόσμο των νεκρών. Αχνές φιγούρες την κύκλωναν κάτω από θολό πρασινωπό νερό. Χτυπιόταν, τίναζε χέρια και πόδια μα η Άρντεν εκτός από μεγαλύτερη σε ηλικία ήταν ήδη  αποφασισμένη: Δόξα Μορντού μόνο για κείνη.

Τα μάτια της γύρισαν, τα τέρατα του κάτω κόσμου την είχαν αρπάξει μα ήταν απλά φύκια του χαμηλού πυθμένα. Και τότε το σώμα της παραδόθηκε, τότε η δευτερότοκη του Κέργκεν κατάλαβε πως δεν υπήρχε κανείς για να τη βοηθήσει, να τη σώσει.

Μονάχα η ίδια! Δόξα Μορντού……….

Η Άρντεν ένιωσε το παιδικό κορμάκι να χαλαρώνει και η έξαψη του πρώτου φόνου γέμισε φωτιά το κεφάλι της. Μπορούσε να κάνει τα πάντα πια!

Το αίμα των Μορντού φούντωσε και στις δύο κόρες. Το αγριοκάτσικο λίγο πριν βουλιάξει έδωσε ξαφνικά μια ώθηση προς τα πάνω με απίστευτη για τα χρόνια και τον επικείμενο πνιγμό ορμή.

Δόξα Μορντού σκέφτηκαν ταυτόχρονα και οι δυό τους και ο πόλεμος άρχισε εκείνη τη μέρα:

Σε λιγότερο από ένα λεπτό η ντελικάτη Άρντεν βρέθηκε ανάσκελα στη λάσπη της όχθης. Η Μία με μάτια πελώρια από φρίκη και φόβο, αγκομαχώντας και φτύνοντας νερό, είχε καβαλήσει την αδερφή της και τα παιδικά χέρια έσφιγγαν τον λαιμό.

Γιατί να μην το κάνει; Ο Πατέρας θα έκλαιγε αλλά θα του περνούσε. Δεν είχε άλλο παιδί, θα γινόταν εκείνη η αγαπημένη του!

Δόξα Μορντού μόνο για την Μία, γιατί όχι;

Γιατί δε είναι έτσι η δόξα. Δεν είναι έτσι οι Μορντού.

Η μικρή αδερφή σηκώθηκε πάνω μουσκεμένη και ήσυχη. Η Άρντεν είχε παγώσει στη θέση της κοιτάζοντας με δέος το αγριοκάτσικο.

Εκείνη την μέρα και οι δύο αδερφές έφτασαν κοντά στο φόνο. Βασική διαφορά τους πέρα από την εξωτερική εμφάνιση ήταν πως η δεύτερη ήξερε πότε να σταματήσει. Η μεγαλύτερη έμαθε να μη σταματά, έμαθε πως ο φόβος που μόλις δοκίμασε για πρώτη φορά ήταν το πιο ισχυρό όπλο.

Εκείνη τη μέρα η δευτερότοκη κατάλαβε πως η μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο είναι η απελπισία. Δοκιμάζοντας τη γινόταν πια  ικανή για όλα.

Η βεντέτα μόλις άρχιζε…………

Βλέποντας τον να φεύγει θυμήθηκε ξανά όλη εκείνη την ματαιότητα μιας καταισχύνης εποχής. Θυμήθηκε όσα είχε θάψει, Την ελπίδα που γέμισαν τα μάτια του όταν τα πρωτοσυνάντησε στα δεκαπέντε. Την απόγνωση που γέμισε η καρδιά της όταν εκείνα τα μάτια στράφηκαν με λατρεία προς την Άρντεν. Πως όταν έχεις χάσει τα πάντα, δεν σε νοιάζει, δεν φοβάσαι τίποτα.

Η Μεγάλη Αδερφή της στέρησε ότι αγαπούσε, τον Πατέρα, την ειρήνη στο Βασίλειο Μορντού, τη θέση της, την βολή και τη ευτυχία της. Τον Αλεξέϊ.

Τι να την κάνει τώρα την πίστη και την προσφορά του; Ήταν τότε που τον χρειάστηκε και εκείνος την αρνήθηκε όπως όλος ο υπόλοιπος κόσμος.

Και ιδού τώρα να μοιάζει πως όλα εξαρτώνται από εκείνη, ένα ψέμα που γέννησε η ανάγκη. Ένας ηγετικός ρόλος που κανείς δεν είχε το θάρρος να αναλάβει καθώς θα έφερνε σε σίγουρο εμφύλιο τη χώρα.

Γιατί να τους κάνει τη χάρη λοιπόν; Γιατί να πάρει κι άλλους αθώους στο λαιμό της ανοίγοντας πόλεμο; Γιατί να την ακούσουν καταρχήν; Το όνομα Μορντού είχε χάσει όλη την αίγλη του. Είχε το σπίτι της, το καταφύγιο της, το δάσος και την ησυχία της. Είχε καταφέρει να κουκουλώσει όλους τους εφιάλτες, γιατί να τη νοιάξει λοιπόν;

«Για το Ντάπ-Ντούπ που ακόμα σε ανατριχιάζει» είπε ξανά το Φάντασμα του Κέργκεν «για τα παιδιά που έζησαν και ζουν όπως εσύ τα μικρά σου χρόνια, μέσα στον απόλυτο τρόμο…..»

«Πάψε Πατέρα» μουρμούρισε στα φύλλα που ξετίναζε το νυχτερινό αγέρι.

Μα δεν ήταν θυμωμένη πια μαζί του. Ούτε με εκείνον ούτε με τον κόσμο ούτε με τον Αλεξέϊ για τι έπαψε να θυμώνει με το μυαλό και τα έργα της.

Τότε έμοιαζε ανήμπορη, ξερό φύλλο στο δυνατό βοριά που δεν δοκιμάζει να αντισταθεί για τι θα σπάσει, θα τριφτεί σε χιλιάδες κομμάτια και θα σκορπίσει. Φοβόταν τα βασανιστήρια, φοβόταν το θάνατο, φοβόταν για την ζωή της. Φώναζε μα δεν τολμούσε γιατί ακόμα έλπιζε πως τα πράγματα θα αλλάξουν από μόνα τους.

Λοιπόν τα πράγματα όχι μόνο δεν άλλαξαν αντίθετα χειροτέρεψαν μέχρις εσχάτου.

Όσο για τη ζωούλα της; Έλεος, δε πα να καεί και η τρώγλη και το ξύλινο τείχος και το δάσος ολάκερο!

Πήδηξε κάτω από το δέντρο. Μια ζωή πάνω στο δέντρο, κρυμμένη, να βλέπει, να νιώθει να συλλογιέται μα να μη τολμά ποτέ.

Ω θεοί! Γιατί να τη νοιάζει όντως; Δεν έμεινε κάτι που να μην μόλυνε η Άρντεν. Μονάχα η μίζερη ύπαρξη της, δύσοσμος κόπρος στο περήφανο δέντρο των Μορντού. Ο θάνατος δεν ήταν φόβος πια αλλά θείο δώρο! Και θα πήγαινε να τον συναντήσει.

«Σου πα να μην έρθεις εδώ ποτέ ξανά!» έλεγε οργισμένη η φωνή.

Όμως ο Αλεξέϊ δεν άκουγε, δεν έβλεπε. Άφησε το μυαλό του να τρέξει ελεύθερο σε δύο καστανά μάτια. Ήθελε να ναι αυτή η τελευταία του σκέψη πριν πεθάνει. Τα μάτια της, το χαμόγελο της, το κλάμα και η οργή της. Το λιμάνι που αρνήθηκε τότε.

Είχαν περάσει τρείς μέρες μετά την ανέλπιστη συνάντηση με τη Μια.

Κατάφερε να ανακαλύψει για δεύτερη φορά τον Μπρίεν που όλοι νομίζαν νεκρό από χρόνια.

Ο μεγάλος στρατηγός του Κέργκεν γονατισμένος δίπλα του περίμενε το ίδιο μερτικό από ατιμωτικό θάνατο. Μόνο που δεν ήταν ήρεμος και ατάραχος σαν τον παλαβό πρώην λοχαγό.

Ο ηλίθιος! Αφού του χε πει πως τα φίδια και οι χαφιέδες της είναι παντού. Αφού του χε ξεκαθαρίσει πριν ένα μήνα πως δεν θέλει να ακούει κουβέντα για τη θερμή φιλοδοξία πως οι πρόστυχες μέρες της Άρντεν τελειώνουν.

Δεν είχε νόημα πια, δεν υπήρχε σωτηρία. Τέλος.

Μα ο τρελός δεν κάθισε στα αυγά του! Να τους λοιπόν, περικυκλωμένοι, μαχόμενοι, κυνηγημένοι μέχρι τελικής πτώσης, μονάχα δυο πρώην ξακουστοί Μαύροι Καβαλάρηδες ενάντια σε εκατό.

Να τους δεμένοι πισθάγκωνα κι ας αποδεκάτισαν το μικρό σώμα. Ήταν οι δυό τους. Μπροστά τους απέμεναν καμιά δεκαριά μα πίσω τους χιλιάδες. Μιλιούνια πιστοί της Σκύλας.

Θα μπορούσαν να ναι νεκροί ήδη.

Όχι βέβαια. Τα μαντρόσκυλα της θα φρόντιζαν να πεθάνουν ατιμασμένοι, στα γόνατα κι όχι με το σπαθί στο χέρι.

Κάθε φορά που θα δοκίμαζαν να κουνηθούν, ένα ακόμα χτύπημα με τη σφύρα, ένα ακόμα σχίσιμο από λεπίδι θα τους έκοβε τη φόρα μέχρι να εξαντληθούν εντελώς. Μέχρι να παρακαλάν σαν γυναικούλες να τους σκοτώσουν.

Τα μαντρόσκυλα γελούσαν και έφτυναν κοροϊδίες. Κι ο Μπρίεν εξοργισμένος τα βαλε με την αποκοτιά του Αλεξέϊ καθώς δεν του μένε κουράγιο να τα βάλει με δαύτους.

Μάχονταν από το πρωί, διέσχισαν το μικρό δάσος της Πόρ και κατέληξαν λίγο πιο έξω από το χωριό, παραδομένοι στο έλεος τους.

Θα τους έκοβαν αργά τα δάχτυλα, τη γλώσσα, τα αυτιά. Θα έμπηγαν σίδερα που πύρωνε η φωτιά δίπλα τους, μέσα στο στόμα, στα μάτια, στα σωθικά, σε κάθε σημείο του σώματος.

Ήταν ανήθικοι δαίμονες κι ας έμοιαζαν άνθρωποι. Ήταν χειρότεροι κι από τους Τρόξιαν, πιο αδίστακτοι κι από όλα τα αιμοβόρα θηρία της φύσης. Ήταν πιστοί της Άρντεν, ορκισμένοι στο όνομα Μορντού.

«Κατάρα στον Κέργκεν!» ούρλιαξε φτύνοντας σάλιο και αίμα καθώς η πρώτη πυρωμένη λόγχη πλησίασε τα αχαμνά του «Κατάρα στους Μορντού!»


ΤΕΛΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ
Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 4o Επική μυθολογία - Το φάντασμα του Κέργκεν… μέρος 4o Reviewed by George S on 7:15 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.